top of page

Merlot 2021: Η Ελλάδα σε διεθνή σύγκριση

  • Εικόνα συγγραφέα: Griechische Weine
    Griechische Weine
  • 17 Απρ
  • διαβάστηκε 23 λεπτά

Έγινε ενημέρωση: 23 Ιουλ

Château La Croix 2021 – Pomerol (90% Merlot, 10% Cabernet Franc) · Galatrona 2021 – Petrolo, Toskana (100% Merlot) · Merlot Alargino 2021 – Ktima Hatzimichalis, Atalanti-Tal (100% Merlot) · Lacules Estate Merlot 2021 – Messinia (100% Merlot) · The Emperor Limited Edition 2021 – Papargyriou Winery, Korinthia (95% Merlot, 5% Cabernet Franc) · Dame Rouge III 2021 – Jima Winery, Arta (90% Merlot, 10% Cabernet Franc)

Galatrona 2021 – Petrolo, Τοσκάνη (100% Merlot)

Merlot Alargino 2021 – Κτήμα Χατζημιχάλη, ΠΓΕ Κοιλάδα Αταλάντης (100% Merlot)

Κτήμα Λακουλέ Merlot 2021 – ΠΓΕ Μεσσηνία (100% Merlot)

The Emperor Limited Edition 2021 – Οινοποιείο Παπαργυρίου, Κορινθία (95% Merlot, 5% Cabernet Franc)

Dame Rouge III 2021 – Οινοποιείο Jima, Άρτα (90% Merlot, 10% Cabernet Franc)](wix:74eb3f_ed913a08f96b48788f9b126097d3781e~mv2.jpg|3024x3024)


Το Merlot δεν το έχει εύκολο. Η ποικιλία που στο Pomerol και στο Saint-Émilion δίνει μερικά από τα πιο ακριβά κρασιά του κόσμου, αλλού παλεύει με τη φήμη ότι δίνει κρασιά μάλλον ευχάριστα παρά μεγάλα. Από την ταινία Sideways (2004) και έπειτα, αν όχι νωρίτερα, η ποικιλία έχει πρόβλημα εικόνας – τουλάχιστον για όσους αφήνουν τον κινηματογράφο να τους υπαγορεύει τι πίνουν. Εγώ πάντως αγαπώ και την ταινία και την ποικιλία.


Σε αυτό το άρθρο θέλω να στρέψω τους προβολείς στον τρύγο του 2021 και να εξετάσω αναλυτικά πώς στέκονται ορισμένα ελληνικά Merlot απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Πιστεύω ότι το ελληνικό κρασί έχει φτάσει πια σε επίπεδο ώστε να αξίζει μια τόσο ενδελεχή εξέταση. Για άλλες χώρες και περιοχές εδώ και καιρό θεωρείται αυτονόητο να αξιολογείται κριτικά η ποιότητα ανά τερουάρ, μεμονωμένο αμπελοτεμάχιο και χρονιά. Σε αυτή τη δοκιμασία οφείλει να υποβληθεί και η Ελλάδα – και την περνά με επιτυχία. Ό,τι ακολουθεί, λοιπόν, είναι ένα λιθαράκι προς αυτή την κατεύθυνση, με βάση γευσιγνωσία που έγινε τον Φεβρουάριο του 2025. Ελπίζω σύντομα να ξαναδοκιμάσω ορισμένα από τα κρασιά που σχολιάζω εδώ και να σας πω αν οι εντυπώσεις μου επιβεβαιώνονται – για ένα μάλιστα θα το βρείτε ήδη παρακάτω.


Μια δύσκολη χρονιά στο Μπορντό

Το 2021 ήταν χρονιά που όσοι καλλιεργούν Merlot στο Μπορντό θα ήθελαν να ξεχάσουν. Ξεκίνησε πολλά υποσχόμενη: ήπιος, υγρός χειμώνας και πρώιμη εκβλάστηση στα τέλη Μαρτίου. Αυτό ακριβώς όμως αποδείχθηκε μοιραίο. Στις 7 και 8 Απριλίου, σφοδροί όψιμοι παγετοί χτύπησαν ολόκληρο το Bordelais – από το Médoc και το Saint-Émilion ως το Pomerol, το Graves και το Pessac-Léognan. Οι οφθαλμοί που είχαν ήδη εκπτυχθεί βρέθηκαν εκτεθειμένοι, χωρίς καμία προστασία. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η ανισορραγία (millerandage), που προκάλεσε σημαντική μείωση των αποδόσεων, ιδιαίτερα στο Merlot, ποικιλία με πρώιμη εκβλάστηση. Οι παραγωγοί πάλεψαν νύχτες ολόκληρες με αντιπαγετικά κεριά και ανεμιστήρες για να σώσουν τη σοδειά τους.


Ο δροσερός Μάιος επιβράδυνε την ανάπτυξη. Μετά την άνθηση, σφοδρές βροχές από τα τέλη Ιουνίου ως τις αρχές Ιουλίου δημιούργησαν ιδανικές συνθήκες για τον περονόσπορο. Τα κορυφαία κτήματα αντέδρασαν με εντατική φυτοπροστασία και σχολαστική διαχείριση φυλλώματος, για να αφαιρέσουν τα προσβεβλημένα σταφύλια και να αερίσουν τα πρέμνα. Χρειάστηκε να έρθει ο Αύγουστος για να επικρατήσει ζεστός και ξηρός καιρός, που κράτησε ως τις αρχές Σεπτεμβρίου, ανέκοψε τη σήψη και επιτάχυνε την ωρίμαση.


Παρ' όλα αυτά, τα σάκχαρα παρέμειναν χαμηλά. Η συνολικά δροσερή βλαστική περίοδος κατέστησε αναγκαίο τον σαπταλισμό σε πολλά οινοποιεία. Οι αλκοολικοί βαθμοί θυμίζουν περισσότερο τη δεκαετία του '80 παρά τις στιβαρές χρονιές 2018, 2019 και 2020. Οι χρόνοι εκχύλισης περιορίστηκαν, για να μην περάσουν στο κρασί άγουρες, πράσινες τανίνες από τα γίγαρτα. Ο τρύγος ξεκίνησε στα τέλη Σεπτεμβρίου με το Merlot· μια εβδομάδα αργότερα ακολούθησε το Cabernet Sauvignon – όλα υπό τις συνθήκες της πανδημίας Covid-19.


Οι αποδόσεις κινήθηκαν κατά κανόνα 5 έως 10% χαμηλότερα από τον μέσο όρο, ενώ σε μεμονωμένες περιπτώσεις η μείωση ήταν αισθητά μεγαλύτερη. Τα στοιχεία της ενότητας αυτής βασίζονται στην έκθεση Wine-Searcher Vintage Report 2021.


Εδώ όμως χρειάζεται διάκριση, γιατί οι δύο όχθες της Gironde έχουν η καθεμία τη δική της ιστορία να διηγηθεί. Στην αριστερή όχθη το Cabernet Sauvignon αποδείχθηκε ξεκάθαρα η σανίδα σωτηρίας. Κορυφαία κτήματα όπως τα Lafite και Latour εμφιάλωσαν το Grand Vin τους με ιστορικά υψηλά ποσοστά Cabernet, έως και 96%. Το Merlot σε πολλά χαρμάνια του Médoc το 2021 έπαιξε μόνο δευτερεύοντα ρόλο.


Στη δεξιά όχθη – Saint-Émilion και Pomerol, τα κατεξοχήν προπύργια του Merlot – η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Εδώ η έννοια «μονοποικιλιακό» είναι ούτως ή άλλως σχετική: τα περισσότερα κρασιά βασίζονται στο Merlot, με το Cabernet Franc ως δεύτερη κύρια ποικιλία. Το Merlot ευδοκιμεί εκεί στα δροσερότερα ασβεστολιθικά και αργιλοασβεστολιθικά εδάφη, το Cabernet Franc στα πιο αμμώδη. Το 2021 στη δεξιά όχθη δεν ήταν μεγάλη, ομοιογενής χρονιά – χωρίς όμως να είναι και αδύναμη. Η Berry Bros & Rudd τη χαρακτηρίζει εύστοχα «extremely heterogeneous» (εξαιρετικά ανομοιογενή), αλλά και χρονιά κλασικής φρεσκάδας αντί για τη θέρμη και την πληρότητα των προηγούμενων χρονιών.


Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η χρονική στιγμή του τρύγου: τα περισσότερα Merlot ήταν ήδη στο οινοποιείο πριν από τις δύσκολες ημέρες του Οκτωβρίου, ενώ το Cabernet Franc μπόρεσε να μείνει περισσότερο πάνω στο πρέμνο. Όπου αυτό έγινε εφικτό, η επιπλέον ωρίμαση έφερε άρωμα, νεύρο και φινέτσα στο τελικό αποτέλεσμα. Θα ήταν όμως λάθος να κολλήσουμε στο 2021 της δεξιάς όχθης την ετικέτα «χρονιά Cabernet Franc αντί για χρονιά Merlot». Στη μεγάλη τους πλειονότητα, τα καλύτερα κρασιά εξακολούθησαν να στηρίζονται στο Merlot, ιδίως στα κορυφαία αμπελοτόπια του Pomerol και του Saint-Émilion. Το Cabernet Franc συχνά έκανε τη διαφορά στις αποχρώσεις – δεν ήταν υποκατάστατο. Συνολικά, η δεξιά όχθη πέρασε τη χρονιά κάπως καλύτερα από την αριστερή, γιατί το Saint-Émilion και το Pomerol βρίσκονται σε κάπως θερμότερες θέσεις και τα σταφύλια τους ωρίμασαν νωρίτερα.


Αν βάλουμε το 2021 δίπλα στα τρία προηγούμενα, ο χαρακτήρας του γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρος. Το 2018 έδωσε πλούτο και δύναμη, το 2019 γοητεία και αμεσότητα, το 2020 συνδύασε δομή με κομψότητα και πολλοί το θεωρούν το πιο φίνο από τα τρία. Το 2021 είναι σαφώς η πιο ελαφριά, η πιο δροσερή και η λιγότερο πλούσια χρονιά αυτής της τετράδας. Μπορεί ωστόσο, στις επιτυχημένες περιπτώσεις, να δείχνει ωραία, κλασική γραμμή, που θυμίζει το μπορντολέζικο στιλ παλαιότερων δεκαετιών. Η συνοπτική μου εκτίμηση για τη δεξιά όχθη το 2021: κλασική, φρέσκια, συχνά κομψή, αλλά πολύ επιλεκτική. Κορυφαία αποτελέσματα μόνο με καλό τερουάρ και αυστηρή διαλογή.


Μια εντελώς διαφορετική χρονιά στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, το 2021 διηγείται μια εντελώς άλλη ιστορία. Ο Μάρτιος ήταν κρύος, γεγονός που επιβράδυνε την εκβλάστηση – παραδόξως, αυτό αποδείχθηκε πλεονέκτημα, καθώς οι οφθαλμοί ήταν ακόμη προστατευμένοι όταν ήρθαν οι λιγοστοί όψιμοι παγετοί. Ο Απρίλιος και ο Μάιος έφεραν έντονη ξηρασία, με μεγάλο θερμοκρασιακό εύρος ημέρας-νύχτας, και η άνθηση καθυστέρησε κατά μία περίπου εβδομάδα.


Το καλοκαίρι ήταν θερμό και ξηρό, με δύο έντονους καύσωνες, τον Ιούνιο και στα τέλη Ιουλίου/αρχές Αυγούστου, αλλά χωρίς τα φυτοπαθολογικά προβλήματα που ταλαιπώρησαν τόσο το Μπορντό. Ούτε περονόσπορος, ούτε σήψη. Τα αμπέλια υπέφεραν μεν από σημαντικό υδατικό στρες, ρίχνοντας τις αποδόσεις κατά 10 έως 15% σε σχέση με το 2020, όμως οι μικρότερες ρόγες έδωσαν εξαιρετική συμπύκνωση, με βαθύ χρώμα και άριστη φαινολική ωριμότητα.


Από τις διαθέσιμες περιφερειακές εκθέσεις τρύγου για τη χρονιά 2021 διαγράφεται σαφής ιεραρχία: τα ερυθρά ωφελήθηκαν περισσότερο απ' ό,τι τα λευκά, οι όψιμες ποικιλίες περισσότερο από τις πρώιμες, ο Βορράς περισσότερο από τον Νότο. Έτσι τα συνοψίζει το Δελτίο Τρύγου 2021 του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου (PDF). Στιλιστικά, από πολλά ερυθρά του 2021 αναμένονται βαθύ χρώμα, στιβαρές τανίνες και υψηλή ωριμότητα, αλλά μάλλον μέτρια έως χαμηλή οξύτητα. Γηγενείς ποικιλίες όπως το Ξινόμαυρο, καλύτερα προσαρμοσμένες σε ξηροθερμικές συνθήκες, βρέθηκαν συνολικά σε πλεονεκτική θέση. Για τις διεθνείς ποικιλίες όπως το Merlot, το 2021 χρειάζεται προσεκτικότερη ματιά ανά περιοχή.


Από τις συνθήκες επωφελήθηκαν ιδιαίτερα το Merlot και το Syrah – όχι όμως παντού στον ίδιο βαθμό. Η Έκθεση Τρύγου 2021 του Κυρ-Γιάννη, ενός από τα κορυφαία οινοποιεία της Βόρειας Ελλάδας, σημειώνει ρητά ότι οι δύο αυτές ποικιλίες «ευνοήθηκαν» από την ξηρασία και τη ζέστη του καλοκαιριού: τα σταφύλια έφτασαν στο οινοποιείο υγιή, αρωματικά, πλούσια σε φαινολικές ενώσεις. Στο Αμύνταιο, το Κτήμα Κυρ-Γιάννη βαθμολογεί μάλιστα το δικό του Merlot 2021 με 10 στα 10. Και στη Δράμα – περιοχή που έχει αναγνωριστεί επισήμως ως ιδιαίτερα κατάλληλη για διεθνείς ερυθρές ποικιλίες, όπως το Cabernet Sauvignon, το Merlot και το Syrah – παρά τη ζέστη και την ξηρασία, οι παραγωγοί αναφέρουν αρωματική ένταση, απρόσμενη φρεσκάδα και ισορροπημένη οξύτητα.


Στην Πελοπόννησο, η χρονιά 2021 είναι πιο ενδιαφέρουσα, αλλά και πιο λεπτή υπόθεση. Στη Νεμέα, η επίσημη έκθεση κάνει λόγο για βαθύχρωμα, τανικά κρασιά με αισθητά μειωμένες αποδόσεις – συχνά όμως και για χαμηλές οξύτητες. Το αποτέλεσμα: κρασιά μάλλον ρωμαλέα και δομημένα παρά με κλασική ισορροπία. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν το υψόμετρο και η διαχείριση του νερού: αμπελώνες πάνω από τα 600 μέτρα αντιμετώπισαν τη ζέστη καλύτερα από τα χαμηλότερα, μη αρδευόμενα αμπελοτόπια.


Για να αξιολογήσουμε σωστά το 2021, βοηθάει η σύγκριση με τις γύρω χρονιές. Στην Ελλάδα, το 2019 και το 2020 θεωρούνται οι πιο «κλασικές» χρονιές αναφοράς: το 2019 με αρκετό νερό, χωρίς ακραίους καύσωνες και με ασυνήθιστα υψηλή οξύτητα για μεσογειακά δεδομένα – μια από τις καλύτερες σοδειές της τελευταίας εικοσαετίας. Το 2020 ήταν σχεδόν υποδειγματικό για ποικιλιακή τυπικότητα, με ήπιο χειμώνα και χωρίς καύσωνα κατά την ωρίμαση. Το 2021 είναι χρονιά που απαιτούσε αυστηρότερες επιλογές, πιο στιβαρή – όχι η πιο αρμονική, αλλά σε καλά αμπελοτόπια δίνει συχνά ιδιαίτερα συμπυκνωμένα κρασιά. Όποιος ψάχνει όσο το δυνατόν πιο καθαρό, ισορροπημένο Merlot, ας στραφεί στο 2019 ή στο 2020. Όποιος θέλει στιβαρά, δομημένα κρασιά με βάθος και δυναμικό παλαίωσης, το 2021 μπορεί να του χαρίσει μεγάλες συγκινήσεις – αρκεί οι παραγωγοί να έχουν κάνει σωστά τη δουλειά τους.


Πώς τα πάνε οι Έλληνες;

Ήθελα να δω τι έχουν να δείξουν τα ελληνικά Merlot σε μια τόσο επιλεκτική χρονιά – και αν αντέχουν στη σύγκριση με τον διεθνή ανταγωνισμό. Δοκίμασα λοιπόν έξι κρασιά: ένα Pomerol ως σημείο αναφοράς, ένα ιταλικό Merlot παγκόσμιας κλάσης και τέσσερις ελληνικές ετικέτες από πολύ διαφορετικές περιοχές – από την Κοιλάδα της Αταλάντης και την Πελοπόννησο ώς τη Βορειοδυτική Ελλάδα:


  • Château La Croix 2021 – Pomerol (90% Merlot, 10% Cabernet Franc)

  • Galatrona 2021 – Petrolo, Τοσκάνη (100% Merlot)

  • Merlot Αλαργινό 2021 – Κτήμα Χατζημιχάλη, Κοιλάδα Αταλάντης (100% Merlot)

  • Lacules Estate Merlot 2021 – Μεσσηνία (100% Merlot)

  • The Emperor Limited Edition 2021 – Οινοποιείο Παπαργυρίου, Κορινθία (95% Merlot, 5% Cabernet Franc)

  • Dame Rouge III 2021 – Οινοποιείο Τζίμα, Άρτα (90% Merlot, 10% Cabernet Franc)

Το αποτέλεσμα; Ένα μόνο θα πούμε εξαρχής: η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από κανέναν.


Η Δοκιμή

Château La Croix 2021 – Pomerol

Κάθε γευστική δοκιμή χρειάζεται σημείο αναφοράς. Για μια συγκριτική δοκιμή Merlot, το Pomerol είναι η αυτονόητη επιλογή – η μικρή ονομασία προέλευσης στη δεξιά όχθη της Dordogne που παράγει μερικά από τα ακριβότερα κρασιά με βάση το Merlot στον κόσμο. Pétrus, Le Pin, Lafleur – τα εμβληματικά αυτά ονόματα, βέβαια, παίζουν σε κατηγορία που θα ξέφευγε από το πλαίσιο αυτής της δοκιμής. Το Château La Croix όμως, ως στιβαρό Pomerol της μεσαίας τιμολογιακής κατηγορίας, προσφέρει τίμιο, ρεαλιστικό μέτρο σύγκρισης.


Το κτήμα βρίσκεται στο Catusseau, δίπλα στο Château Beauregard, σε αμμοχαλικώδεις αναβαθμίδες με σιδηρούχο έδαφος. Στο Pomerol, αυτό το τερουάρ θεωρούνταν για πολλά χρόνια δεύτερης κατηγορίας – πολύ ελαφρύ, πολύ αμμώδες. Χρειάστηκε η κλιματική αλλαγή για να φανεί ότι αυτά ακριβώς τα εδάφη μπορούν να δώσουν κρασιά με ασυνήθιστη φινέτσα. Η οικογένεια Janoueix κατέχει το κτήμα των δέκα εκταρίων εδώ και πάνω από 150 χρόνια και καλλιεργεί και άλλα αμπελοτόπια στη δεξιά όχθη. Όσο για τη σύνθεση της εσοδείας 2021: τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία είναι εντυπωσιακά αντιφατικά. Ανάλογα με την πηγή, βρίσκει κανείς 90% Merlot με 10% Cabernet Franc ή 95% Merlot με 5% Malbec – ακόμα και για τον αλκοολικό τίτλο οι αναφορές κυμαίνονται μεταξύ 13,0 και 14,0%. Μέχρι και η ιστοσελίδα του Lobenberg δίνει σε δύο σελίδες προϊόντων διαφορετική σύνθεση χαρμανιού για το ίδιο κρασί και την ίδια χρονιά. Για τα ελληνικά κρασιά αυτής της γευστικής δοκιμής, τα δεδομένα κατά κανόνα μπορούν να επαληθευτούν απευθείας από τον παραγωγό· στο Μπορντό, όπου οι πληροφορίες περνούν από πολλά χέρια εμπόρων (négociants), αυτό είναι ενίοτε δυσκολότερο. Ως βάση λαμβάνω εδώ 90% Merlot και 10% Cabernet Franc, με περίπου 13,5% αλκοόλ.


Στη μύτη ο La Croix 2021 είναι πολύ πυκνός, και η πυκνότητα αυτή συνεχίζεται και στην πρώτη γουλιά. Πολλά σκούρα μούρα, κυρίως τσάπουρνο, και ένα λεπτό σανταλόξυλο που απλώνεται σαν χαλί κάτω από τα φρούτα. Με λίγο αέρα και χρόνο όμως, το κρασί ανοίγει και αλλάζει πρόσωπο: χυμώδες, φρουτώδες, δροσερό – ωραίο, κλασικό Pomerol, που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με την εκχύλιση ή το υπερβολικό ξύλο, αλλά αφήνει το σταφύλι και το τερουάρ να μιλήσουν. 92 βαθμοί.


Σχεδόν ταυτόχρονα δοκίμασα και τον La Croix 2015 – η σύγκριση κάνει χειροπιαστή τη διαφορά ανάμεσα στις δύο χρονιές. Στη δεξιά όχθη, το 2015 θεωρείται ένας από τους σαφείς αντίποδες του 2021: το Decanter το χαρακτηρίζει «seductive» (σαγηνευτικό) – μεγάλη χρονιά για το Merlot, άφθονο φρούτο, λεπτότατες τανίνες. Η εντύπωσή μου από τον La Croix 2015 το επιβεβαιώνει: κινείται στους 94 βαθμούς τουλάχιστον και δείχνει τι μπορεί να πετύχει αυτό το κτήμα σε μια μεγάλη χρονιά για το Merlot. Η διαφορά των δύο βαθμών από το 2021 ακούγεται μικρή στα χαρτιά, στο ποτήρι όμως γίνεται σαφώς αισθητή.


Ο Lobenberg δίνει στο κρασί 97–98+, το Weinwisser 95–96. Τα βρίσκω σαφώς υπερβολικά. Ο La Croix 2021 είναι γοητευτικός και ευκολόπιοτος, δεν λέω. Αλλά το 2021 ήταν δύσκολη χρονιά για το Merlot στο Μπορντό, και το κρασί το δείχνει. Πιο ελαφρύς, πιο λεπτεπίλεπτος από τον La Croix σε μεγάλες χρονιές – αξιόπιστο μέτρο σύγκρισης, όχι όμως αποκάλυψη. Ακριβώς αυτό όμως τον κάνει το σωστό κρασί αναφοράς για τους σκοπούς μας: τι μπορεί να δώσει ένα τίμιο Pomerol σε δύσκολη χρονιά για το Merlot; Η απάντηση: 92 βαθμοί. Αυτός είναι ο πήχης.


Galatrona 2021 – Petrolo, Τοσκάνη

Αν ο Château La Croix ήταν το τίμιο μέτρο σύγκρισης, ο Galatrona του Petrolo είναι η δήλωση προθέσεων. Φαίνεται ήδη από το σερβίρισμα: χρωματικά, άλλο επίπεδο, απίστευτα πυκνός στο ποτήρι. Όποιος βλέπει τα δύο κρασιά δίπλα δίπλα δεν χρειάζεται σημειώσεις γευσιγνωσίας για να καταλάβει ότι εδώ οι φιλοδοξίες είναι άλλες.


Το Petrolo είναι μικρό οικογενειακό κτήμα στο Val d'Arno di Sopra, υποζώνη ανατολικά του Chianti, που έχει κάνει όνομα με τις διεθνείς ποικιλίες. Η οικογένεια Bazzocchi-Sanjust αγόρασε το κτήμα τη δεκαετία του '40· σήμερα το διευθύνει ο Luca Sanjust, εκπρόσωπος της τρίτης γενιάς, αφού το 1993 εγκατέλειψε την καριέρα του ως καλλιτέχνη στη Ρώμη και επέστρεψε στο κτήμα. Το Galatrona, το κρασί-ναυαρχίδα του κτήματος, εμφιαλώθηκε για πρώτη φορά το 1994: 100% Merlot από μονοαμπελώνα, φυτεμένο από τα τέλη της δεκαετίας του '80 έως τα μέσα της δεκαετίας του '90 με μπορντολέζικους κλώνους χαμηλής ζωηρότητας. Περί τα 50.000 πρέμνα σε περίπου δέκα εκτάρια, με νοτιοανατολικό προσανατολισμό, σε υψόμετρο 300 μέτρων περίπου. Το αργιλοπηλώδες έδαφος, με σχιστόλιθο, μάργα και ψαμμίτη, συγκρατεί στα ζεστά τοσκανικά καλοκαίρια την υγρασία που χρειάζεται το Merlot. Το κτήμα είναι πιστοποιημένα βιολογικό από το 2016 και καλλιεργείται χωρίς άρδευση.


Στο κελάρι, συνειδητά συγκρατημένη γραμμή: χειρωνακτικός τρύγος με διαλογή, αυθόρμητη ζύμωση με γηγενείς ζύμες σε εφυαλωμένες τσιμεντένιες δεξαμενές, ήπια, χειρωνακτική εκχύλιση, μηλογαλακτική στο ξύλο, έπειτα 18 έως 20 μήνες παλαίωση σε γαλλικά barriques και tonneaux, εκ των οποίων το ένα τρίτο περίπου καινούργια. Κρασί που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με 100% νέα δρυ ή επιθετική εκχύλιση – βασίζεται στο φρούτο, στην ακρίβεια, στο τερουάρ.


Ούτε στην Τοσκάνη ήταν εύκολη η χρονιά 2021. Ανοιξιάτικος παγετός και καλοκαιρινή ξηρασία μείωσαν την παραγωγή στο Petrolo κατά 30% περίπου κάτω από τα συνήθη επίπεδα. Τα σταφύλια που έφτασαν αλώβητα στον τρύγο έφτασαν ωστόσο σε βέλτιστη ωρίμαση – και τα αναλυτικά δεδομένα το επιβεβαιώνουν: 14% αλκοόλ, 5,89 g/l ολική οξύτητα, pH 3,56. Αναλυτικά, ο 2021 εμφανίζεται μάλιστα πιο φρέσκος με πιο ζωηρή οξύτητα από το 2019 και το 2020 – συνδυασμός συμπύκνωσης και φρεσκάδας που γίνεται αμέσως αισθητός στο ποτήρι.


Και ακριβώς έτσι είναι και στη γεύση. Στο στόμα είναι απολύτως γεμάτος, με λεπτότατο νουγκά και ντελικάτη νότα αρκεύθου που χαρίζει στο κρασί σχεδόν μεσογειακή βοτανική χροιά. Το ξύλο ενσωματωμένο υπέροχα – παρόν αλλά ποτέ κυρίαρχο, κάτι αναμενόμενο δεδομένου του μέτριου ποσοστού νέας δρυός. Οι τανίνες είναι λεπτές, αλλά ακόμη νεανικές, και πίσω από το πυκνό, μαύρο φρούτο μια φρεσκάδα που δίνει στο κρασί μια καθετότητα ασυνήθιστη για Merlot. 97 βαθμοί – ένα από τα καλύτερα μονοποικιλιακά Merlot στον κόσμο, κατά τη γνώμη μου.


Μερικούς μήνες μετά τη δοκιμή του Merlot, τον Δεκέμβριο του 2025, άνοιξα ακόμα μία φιάλη – αυτή τη φορά δίπλα στον Fattoria Le Pupille Saffredi 2022, μπορντολέζικο χαρμάνι με ελαφρύ προβάδισμα του Cabernet Sauvignon. Ο Galatrona τα πήγε περίφημα, ιδίως στην αρχή: τόσο φρούτο, τόση δύναμη, όγκος που τυλίγει το στόμα και μια υπέροχη αιματώδη επίγευση. Και απροσδόκητα πολλή τανίνη – περισσότερη απ' όσο θυμόμουν. Του είχα δώσει ελαφρώς λιγότερο αέρα από τον Saffredi, γι' αυτό φάνηκε αρχικά πιο νεανικός και πιο δυνατός. Με περισσότερο αερισμό και καθώς ανέβαινε η θερμοκρασία, ο Saffredi έδειξε τα ατού του και πέρασε μπροστά (98+ ο Saffredi). Ο Galatrona επιβεβαιώνεται στους 97 – αλλά με τεράστιες προοπτικές εξέλιξης. Δεν θα με εξέπληττε αν κάποια μέρα άγγιζε τους 99.


Η διεθνής κριτική βλέπει τα πράγματα παρόμοια: Falstaff 100, James Suckling 98, Wine Enthusiast 97, Vinous 98, Decanter 97, Parker 97+. Το γεγονός ότι το κρασί αυτό εξακολουθεί να διατίθεται γύρω στα 100 ευρώ μοιάζει σχεδόν με αβλεψία, αν αναλογιστεί κανείς τις τιμές αντίστοιχα βαθμολογημένων Μπορντό ή του διασημότερου τοσκανικού γείτονά του, του Masseto. Μετά τον χαμηλό πήχη που έβαλε το Pomerol, μπαίνει λοιπόν στη συζήτηση ένα κρασί πραγματικής παγκόσμιας κλάσης. Το ερώτημα δεν είναι πια αν τα ελληνικά Merlot μπορούν να ξεπεράσουν το Pomerol – αυτό θα ήταν υπερβολικά εύκολο. Το ερώτημα είναι πόσο κοντά φτάνουν στον Galatrona.


Merlot Αλαργινό 2021 – Κτήμα Χατζημιχάλη, Κοιλάδα Αταλάντης

Αν υπάρχει ένα κρασί που μπορεί να αφηγηθεί από μόνο του την ιστορία του ελληνικού Merlot, αυτό είναι ο Merlot Αλαργινό του Κτήματος Χατζημιχάλη. Το 1973 ο Δημήτρης Χατζημιχάλης ίδρυσε το οινοποιείο του στην κοιλάδα της Αταλάντης – ανάμεσα στον Παρνασσό και τον Ευβοϊκό Κόλπο, εκεί όπου τα δροσερά ρεύματα αέρα από τον Ευβοϊκό χαρίζουν στα αμπέλια την ανάπαυλα που χρειάζονται τις καλοκαιρινές νύχτες σε ένα τέτοιο κλίμα. Το Κτήμα Χατζημιχάλη ήταν από τα πρώτα ελληνικά οινοποιεία που φύτεψαν διεθνείς ποικιλίες δίπλα στις γηγενείς, και το πρώτο απ' όλα που εμφιάλωσε μονοποικιλιακό Merlot στην Ελλάδα – ξεκινώντας με την εσοδεία του 1989. Και δεν πρόκειται για απλή λεπτομέρεια. Σημαίνει ότι η ιστορία του ελληνικού Merlot αρχίζει εδώ.


Παρακολουθώ τον Merlot Αλαργινό χρόνια τώρα, κι η κάθετη δοκιμή που είχα την ευκαιρία να κάνω είναι από τις πιο διαφωτιστικές εμπειρίες μου με ελληνικό κρασί. Η πρώτη μου γνωριμία με Merlot Χατζημιχάλη δεν ήταν και η καλύτερη: ο Merlot Yataki 2017, η βασική εκδοχή του κτήματος, δεν μ' έπεισε – 86 βαθμοί, με αλκοόλ που έκαιγε στο φινάλε. Γι' αυτό και η έκπληξη ήταν τόσο μεγάλη όταν ανακάλυψα τον Αλαργινό – εντελώς άλλος κόσμος. Ο 1992 – τον δοκίμασα μόλις το 2025, πάνω από τριάντα χρόνια μετά τον τρύγο – ήταν σύμφωνα με δημοσιεύματα το πρώτο ελληνικό κρασί στη λίστα Top 100 του IWC. Με μόλις 12% αλκοόλ, παρέμενε ακόμα φρέσκος και χυμώδης, πυκνά αρώματα σμέουρου συνυφασμένα με μανιτάρι και χώμα, μαλακές αλλά ακόμα αισθητές τανίνες: 93 βαθμοί, κρασί που άνετα θα κρατήσει ως το 2030. Ο 2004 υπήρξε μέχρι σήμερα η κορυφή της εμπειρίας μου με τον Αλαργινό: δέρμα, γλυκόριζα, πυρόλιθος, γραφίτης, βατόμουρο, εξαιρετική οξύτητα – στην ακμή του. 95 βαθμοί. Ο 2011 ξάφνιασε με εντελώς διαφορετική πορεία: στην αρχή μανιτάρια και χαμόκλαδα, αλλά μέρα με τη μέρα εντυπωσιακή βελτίωση, με τα χαρακτηριστικά αρώματα μαύρης ελιάς του ώριμου Merlot Χατζημιχάλη, και πολυπλοκότητα που ξεπερνούσε ακόμη και τον 2020. 94+ βαθμοί. Ο 2020, τέλος, με ανοιχτό χρώμα, θύμιζε Pomerol θερμής χρονιάς – κεράσια, μαρτσιπάν, στιβαρές αλλά φίνα λειασμένες τανίνες, εκπληκτική επίγευση. 93 βαθμοί, με περιθώρια ανόδου.


Αυτό που δείχνει η κάθετη δοκιμή: ο Merlot Αλαργινό δεν είναι κρασί που παίζει όλα τα χαρτιά του από την πρώτη χρονιά. Θέλει χρόνο – και ανταμείβει την υπομονή.


Τεχνικά, ο Αλαργινό συγγενεύει με τον Galatrona περισσότερο απ' όσο θα φανταζόταν κανείς: κι αυτός ξηρικός Merlot μονοαμπελώνα, χαμηλών αποδόσεων – τα σταφύλια από τη θέση «Αλαργινό» στον Ζυγό (που σημαίνει «η πιο απόμακρη»), στα 320–350 μέτρα, μόλις 3.500 κιλά/εκτάριο. Ολική οξύτητα 5,8 g/l, σχεδόν ίδια με τον Galatrona (5,89 g/l), παρόμοιο υψόμετρο. Στην ωρίμαση στο ξύλο όμως, σαφής αντίθεση: εκεί όπου το Petrolo ποντάρει σε 18–20 μήνες με μόνο ένα τρίτο καινούργιο ξύλο, ο Χατζημιχάλης επιλέγει 12 μήνες σε αποκλειστικά καινούργια γαλλικά μπαρίκ 228 λίτρων, κι ύστερα 12 μήνες ωρίμαση σε φιάλη στο υπόγειο κελάρι πριν από την κυκλοφορία. Με 100% καινούργιο ξύλο, η συμπύκνωση φρούτου της εκάστοτε χρονιάς κρίνει αν το ξύλο θα πνίξει το κρασί ή θα το πλαισιώσει σωστά.


Στο ποτήρι ο 2021 είναι αρκετά εκφραστικός στη μύτη, με άφθονη μαρμελάδα κερασιού – πιο πυκνός και πιο ελκυστικός από τον κάπως πιο κλειστό 2020 στην ίδια ηλικία. Στο στόμα, ιπποφαές και μαρτσιπάν, καλό μήκος, και στο φινάλε τρυπώνει μια διακριτική νότα δαμάσκηνου πίσω από το ιπποφαές. 93+ βαθμοί, στο ίδιο επίπεδο με τον 2020. Και οι δύο θα φτάσουν κάποια στιγμή τους 95, είμαι βέβαιος. Έχει ενδιαφέρον, πάντως, ότι ο 2021 δείχνει ήδη ξύλο ελαφρώς καλύτερα δεμένο από τον 2020 σε περίπου αντίστοιχο διάστημα από τον τρύγο. Για κρασί που περνά 100% από καινούργια βαρέλια, αυτό είναι καλό σημάδι. Ο Λεωνίδας Χατζημιχάλης είπε τον Αύγουστο του 2021 ότι ο τρύγος ξεκίνησε περίπου δέκα ημέρες νωρίτερα απ' ό,τι συνήθως λόγω της ζέστης και ότι το 2021 είναι εξαιρετική χρονιά – η πυκνότητα και η ωριμότητα στο ποτήρι τον δικαιώνουν.


Με μόλις 3.000 φιάλες και τιμή αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του Galatrona, ο Merlot «Αλαργινό» κατέχει μοναδική θέση στο ελληνικό οινικό τοπίο: κρασί-πρωτοπόρος με πάνω από τρεις δεκαετίες τεκμηριωμένης ικανότητας παλαίωσης, το οποίο η διεθνής κριτική εξακολουθεί ως σήμερα να το αγνοεί σε μεγάλο βαθμό. Η κάθετη γευστική δοκιμή τα λέει όλα.


Lacules Estate Merlot 2021 – Μεσσηνία

Το Lacules Estate είναι από εκείνα τα οινοποιεία που κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Ο Αυστριακός αρχιτέκτονας Friedrich Gruber, εξειδικευμένος στον σχεδιασμό οινοποιείων από την κοιλάδα της Napa ως το Μόντε Κάρλο, στα μέσα της δεκαετίας του '90 αγοράζει γη πάνω από τον κόλπο Lacules κοντά στην Κορώνη, στη νοτιοδυτική ακτή της Πελοποννήσου – και φυτεύει αμπέλια. Η κόρη του, η Barbara, κάνει την πρακτική της άσκηση στη Napa Valley· ο σύντροφός της Jörg Salchenegger, διδάκτωρ χημικός, αναλαμβάνει την οινοποίηση. Το αποτέλεσμα δεν θυμίζει σε τίποτα όσα θα περίμενε κανείς από τη νότια Πελοπόννησο.


Την καρδιά του Merlot αποτελούν πρέμνα που φυτεύτηκαν το 1981 στη θέση Χανδρινός στη Μεσσηνία, σε υψόμετρο γύρω στα 340 μέτρα, πάνω σε έντονα κόκκινη, καλά αποστραγγιζόμενη Terra Rossa. Το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο: σύμφωνα με το κτήμα, τα αμπέλια είναι αυτόρριζα – δεν είναι εμβολιασμένα σε αμερικανικό υποκείμενο, αλλά οι ίδιες οι ρίζες του Merlot βυθίζονται εδώ και πάνω από 40 χρόνια κατευθείαν στο μεσσηνιακό έδαφος. Τέτοια αμπέλια είναι σπάνια στην Ευρώπη, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένες προνομιακές θέσεις. Ο Lacules Merlot δεν είναι κάποιο προφυλλοξηρικό μουσειακό έκθεμα – τα πρέμνα φυτεύτηκαν το 1981 – αλλά παραμένει ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα παλαιού, αυτόρριζου Merlot στη Μεσσηνία. Σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν συνεπής ξηρική καλλιέργεια, χωρίς καμία άρδευση, και πολύ χαμηλές αποδόσεις – το 2021 μάλιστα ήταν η πρώτη χρονιά που το κτήμα δεν προχώρησε σε πράσινο τρύγο, γιατί η ίδια η χρονιά είχε από μόνη της περιορίσει τις αποδόσεις.


Η ωρίμανση του Merlot κρύβει μια ιδιαιτερότητα που δύσκολα εντοπίζει κανείς δημοσιευμένη – γι' αυτό ρώτησα απευθείας την οινοποιό Barbara Gruber: η ζύμωση γίνεται στην Ελλάδα, σε μικρές ανοξείδωτες δεξαμενές, με έως και πέντε χειρωνακτικές βυθίσεις του καπέλου (pigeage) την ημέρα – εντατική αλλά ήπια μέθοδος εκχύλισης. Το έτοιμο κρασί, για την εσοδεία 2021, μεταφέρθηκε στη συνέχεια στην Αυστρία, όπου ωρίμασε 18 μήνες σε μπαρίκ, εκ των οποίων το 70% καινούργια, κυρίως γαλλικής και σε μικρό ποσοστό αμερικανικής δρυός. Η εμφιάλωση έγινε επίσης στην Αυστρία. Έτσι, στο τραπέζι βρίσκονται πλέον τέσσερις ριζικά διαφορετικές σχολές στη χρήση του ξύλου: το Château La Croix με ελάχιστη νέα δρυ σε μεγάλα βαρέλια/φουντρ (μεγάλους όγκους), ο Galatrona με περίπου ένα τρίτο καινούργια δρυ επί 18–20 μήνες, ο Χατζημιχάλης με 100% νέα γαλλικά μπαρίκ για 12 μήνες, και ο Lacules με 70% καινούργια βαρέλια, κυρίως γαλλικά και εν μέρει αμερικανικά για 18 μήνες. Και οι τρεις σοβαροί μονοαμπελωνικοί Merlot – Galatrona, Αλαργινό, Lacules – μοιράζονται ξηρική καλλιέργεια σε παρόμοιο υψόμετρο (300–350 μ.)· αυτό που τους ξεχωρίζει στο ποτήρι είναι πρώτα απ' όλα η υπογραφή του οινοποιού στο οινοποιείο. Το ιδιόκτητο οινοποιείο του κτήματος στην Ελλάδα αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα· από τον τρύγο 2027, το Lacules Estate σχεδιάζει να πραγματοποιεί εξ ολοκλήρου την ωρίμανση επιτόπου στη Μεσσηνία. Το ότι αυτή τη στιγμή το κρασί γεννιέται ανάμεσα σε δύο χώρες είναι πρακτικός συμβιβασμός – και, όπως αποδεικνύεται, δεν αποβαίνει καθόλου εις βάρος της ποιότητας.


Από το Lacules Estate είχα ήδη δοκιμάσει ολόκληρη την υπόλοιπη γκάμα 2021: το Syrah (96 βαθμοί, ένα από τα καλύτερα Syrah της Ελλάδας), το Grenache (93 βαθμοί, η πρώτη σοδειά της ποικιλίας για το κτήμα) και το The Chord (92+ βαθμοί, το χαρμάνι ως δεύτερη ετικέτα). Ο René Gabriel βαθμολογεί εδώ και χρόνια τον Lacules Merlot σε κορυφαίο επίπεδο – τον 2017 με 19/20, τον 2018 και τον 2021 με 18/20 τον καθένα. Από τον Merlot γνώριζα τον 2018 (96 βαθμοί, με εξωτικό, καπνιστό χαρακτήρα και ζαχαρωμένο ανανά στη μύτη) και τον 2019 (94+, έντονα αρωματικός, ανθικός, ακόμα στυφός, αλλά με μια συμπύκνωση δίπλα στην οποία ένα Saint-Émilion Grand Cru Classé φάνταζε νεράκι). Αυτό που διακρίνει κάθε χρονιά είναι το εντελώς δικό της, αυτόνομο αρωματικό προφίλ – δεν υπάρχουν δύο ίδιοι Lacules Merlot.


Ούτε ο 2021 αποτελεί εξαίρεση. Ήδη η πυκνότητα στο ποτήρι θυμίζει τον Galatrona – εδώ τα δύο κρασιά δεν ξεχωρίζουν πια από τη χώρα προέλευσης, παρά μόνο από το ύφος. Στη μύτη, στα τυφλά θα τον περνούσε κανείς για αυστραλιανό Cabernet: πραγματικό κύμα ευκαλύπτου που ανοίγει τα ιγμόρεια. Στο στόμα, απίστευτα δυνατό φρούτο στην είσοδο, ακολουθούμενο από μια γερή δόση γαρίφαλου. Πρέπει να σας αρέσει – είναι ιδιότυπο. Αλλά ακριβώς αυτή η ιδιοτυπία είναι που κάνει τον Lacules Merlot αυτό που είναι. Κάθε χρονιά έχει το δικό της, αναγνωρίσιμο κι ανεπανάληπτο αρωματικό αποτύπωμα, τόσο μοναδικό όσο ήταν, με τον δικό τους τρόπο, ο 2018 και ο 2019. Αυτό που κάνει εντύπωση: ο 2021 είναι σαφώς πιο ανοιχτός από τον 2019 στην ίδια ηλικία μετά τον τρύγο. Πίνεται ήδη από τώρα με μεγάλη απόλαυση – αρκεί να αρέσει σε κάποιον το «freaky» αρωματικό προφίλ. Εμένα μου αρέσει.


96 βαθμοί – ισοβαθμώντας με το θρυλικό 2018 και μόλις έναν βαθμό πίσω από τον Galatrona. Η Πελοπόννησος, όπου το 2021 θεωρείται, σύμφωνα με την επίσημη εκτίμηση της χρονιάς, μάλλον χρονιά δύναμης με χαμηλότερη οξύτητα, έβγαλε ένα Merlot που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την παγκόσμια κλάση της Τοσκάνης. Η διαφορά: ο Galatrona κερδίζει με την καθετότητα και το νεύρο του, ο Lacules με την απόλυτη πυκνότητά του και το ιδιόρρυθμο αρωματικό του προφίλ. Δύο φιλοσοφίες, σχεδόν στο ίδιο ύψος.


The Emperor Limited Edition 2021 – Papargyriou Winery, Κορινθία

Ο Γιάννης Παπαργυρίου είναι γνωστός στην ελληνική οινική σκηνή για δυναμικά, συμπυκνωμένα ερυθρά – κρασιά που με το υψηλό ξηρό εκχύλισμα και τη γλυκύτητά τους δεν ενθουσιάζουν εξίσου όλους. Το Le Roi des Montagnes Syrah, για παράδειγμα, διχάζει, παρότι στη σοδειά του 2020 του δώσαμε γενναίους 93+ βαθμούς. Η Cuvée Espérance 2021, από 100% Montepulciano, μας κέρδισε με 92+ βαθμούς. Το The Emperor όμως, η νέα ναυαρχίδα του κτήματος, είναι άλλης κατηγορίας θηρίο. Ο 2021 είναι ο πρώτος τρύγος – και το κρασί θα παράγεται μόνο σε εξαιρετικές χρονιές. Ο επόμενος, του 2023, αναμένεται να κυκλοφορήσει στην αγορά προς τα τέλη του 2026.


Τα βασικά μεγέθη μοιάζουν φιλόδοξα: 95% Merlot, 5% Cabernet Franc, 15% αλκοόλ, ΠΓΕ Κόρινθος, μόλις 2.170 φιάλες. Πιο ενδιαφέρουσες όμως είναι οι λεπτομέρειες. Τα σταφύλια προέρχονται από τη θέση Ρεθί / Μεγάλο Λιβάδι, σε υψόμετρο περίπου 800–850 μέτρων – μακράν ο υψηλότερος αμπελώνας σε ολόκληρη τη γευστική δοκιμή. Γαλάτρωνα, Χατζημιχάλης, Λακουλές βρίσκονται όλα μεταξύ 300 και 350 μέτρων· ο Emperor έρχεται από υπερδιπλάσιο υψόμετρο. Τα περίπου εικοσάχρονα πρέμνα είναι φυτεμένα σε βαρύ, αργιλοπηλώδες έδαφος. Ο τρύγος γίνεται με το χέρι, στα τέλη Σεπτεμβρίου, σε πλήρη φαινολική ωρίμανση.


Στο οινοποιείο, μέθοδος που ξεχωρίζει κι αυτή: αυθόρμητη ζύμωση με αυτόχθονες ζύμες, 30 ημέρες παραμονής με τα στέμφυλα (εκχύλιση) με χειρωνακτικό pigeage – σημαντικά μεγαλύτερο διάστημα απ' ό,τι στα υπόλοιπα κρασιά – και 20% αφαίμαξη (saignée), δηλαδή αφαίρεση χυμού πριν από τη ζύμωση για μεγαλύτερη συμπύκνωση. Και στο ξύλο, η έκπληξη: ενώ ο Χατζημιχάλης δουλεύει με 100% καινούργια μπαρίκ και ο Lacules με 70% νέο ξύλο, ο Παπαργυρίου ποντάρει σε βαρέλια των 500 λίτρων δεύτερης χρήσης και στη συνέχεια σε μεγάλα ξύλινα δοχεία των 1.700 λίτρων – συνολικά 18 μήνες, αλλά χωρίς καινούργια μπαρίκ. Δηλαδή, το κρασί με τη μεγαλύτερη δύναμη και συμπύκνωση σε αυτή τη γευστική δοκιμή έχει την πιο συγκρατημένη χρήση ξύλου. Δεν είναι τυχαίο· είναι συνειδητή επιλογή: η πυκνότητα να προέρχεται από το σταφύλι, όχι από το βαρέλι. Εμφιαλώνεται αφιλτράριστο.


Τα διαθέσιμα στοιχεία των αναλύσεων εξηγούν το γιατί. 7,4 g/l ολική οξύτητα, pH 3,29 – τιμές που παίζουν σε εντελώς άλλη κατηγορία από τα υπόλοιπα κρασιά της δοκιμής. Ο Galatrona κινείται στα 5,89 g/l και pH 3,56, ο Χατζημιχάλης στα 5,8 g/l. Ο Emperor έχει μακράν την υψηλότερη οξύτητα και το χαμηλότερο pH αυτής της γευσιγνωσίας – και, ταυτόχρονα, το υψηλότερο αλκοόλ. Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός εξηγεί αυτό που νιώθει κανείς αμέσως στο ποτήρι: παρά το 15% αλκοόλ, το κρασί δεν δείχνει ποτέ βαρύ, ποτέ κολλώδες, ποτέ πλαδαρό.


Τον Emperor τον είχα ήδη δοκιμάσει το φθινόπωρο του 2023, λίγο μετά την κυκλοφορία του στην αγορά, δίνοντάς του 95+. Τότε κυριαρχούσαν το βατόμουρο και η βανίλια, τα τριτογενή αρώματα μόλις που διαφαίνονταν. Τώρα, τον Φεβρουάριο του 2025, η εικόνα είναι διαφορετική. Στη μύτη, πολύ λεπτό σμέουρο, όχι όμως υπερώριμο, μια νότα βατόμουρου, μια νότα από φύκια που προσδίδει φρεσκάδα, χωρίς να γέρνει προς βαρύ ιώδιο. Θυμίζει Pomerol – αλλά τίποτα στο Pomerol, απ' ό,τι ξέρω, δεν ηλεκτρίζει τόσο. Στο στόμα, σε αρωματικότητα και τανίνη, κάθε άλλο παρά φινετσάτο: σκέτη δύναμη. Απίστευτη γλυκύτητα φρούτου στην πρώτη γουλιά, αλλά μετά την εντύπωση σφραγίζει μια εκπληκτικά δροσιστική οξύτητα – με 15% αλκοόλ, δύσκολα το χωράει ο νους. Με πολύ οξυγόνο – πραγματικά πολύ – το κρασί δείχνει δροσερότερο χαρακτήρα κι αφήνει να διαφανεί προς τα πού τραβάει.


Από 95+ το 2024, ανεβαίνω τώρα στους 96+ – και το περιθώριο ανόδου παραμένει μεγάλο. Δυστυχώς έχω ήδη ανοίξει περισσότερες φιάλες απ' όσες θα έπρεπε· δεν σε αφήνει αυτό το κρασί να συγκρατηθείς. Αλλά καλό είναι να συγκρατηθεί κανείς και να του δώσει χρόνο. Από την πολύ περιορισμένη παραγωγή διατίθενται ακόμη φιάλες στη Γερμανία μέσω Wine and Nature στα 60 ευρώ περίπου – για κρασί αυτού του διαμετρήματος, τιμή που αγγίζει τα όρια του παραλόγου.


Dame Rouge III 2021 – Jima Winery, Άρτα

Μετά από τόση συμπύκνωση και δύναμη, ακόμη ένα κρασί που δείχνει ότι το ελληνικό Merlot μπορεί να πάρει και εντελώς άλλη κατεύθυνση. Η Jima Winery στα Καλομόδια κοντά στην Άρτα, λίγα χιλιόμετρα από τον Αμβρακικό, είναι οικογενειακή υπόθεση, που ίδρυσαν ο οινολόγος Παναγιώτης Τζίμας και η σύζυγός του Κρίστη Καραγιαννίδου. Ο Τζίμας κατέχει το WSET Diploma, κάτι σπάνιο για Έλληνες οινοποιούς, κάτι που αποτυπώνεται στα κρασιά του. Από Merlot και Cabernet Franc το κτήμα παράγει όχι ένα αλλά δύο, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, χαρμάνια: η Odyssey 2021 (85% Merlot, 15% Cabernet Franc, 13,4% αλκοόλ, 90+ βαθμοί) είναι η πιο φρουτώδης, πιο προσεγγίσιμη εκδοχή – κρασί που σε προηγούμενες σοδειές κυκλοφορούσε με το όνομα Âge d'Or και στην εσοδεία του 2020 μού είχε αρέσει λίγο περισσότερο. Η Dame Rouge βρίσκεται στον αντίποδα: πιο φιλόδοξη, πιο πειραματική, πιο ασυμβίβαστη.


Η Dame Rouge III είναι από πολλές απόψεις η παραφωνία αυτής της γευστικής δοκιμής. Τα σταφύλια – 90% Merlot, 10% Cabernet Franc – προέρχονται από το Block 13, ένα μικροσκοπικό αμπελοτεμάχιο μόλις 0,45 εκταρίων (4,5 στρεμμάτων) σε αργιλοασβεστώδες έδαφος με αποθέσεις θαλάσσιων απολιθωμάτων. Φυτεμένα το 2013 – μακράν τα νεαρότερα πρέμνα της σύγκρισής μας: μόλις 8 ετών τον τρύγο 2021, ενώ ο Lacules μετρά πάνω από 40 και ο Χατζημιχάλης πάνω από 20. Και το υψόμετρο: 3,3 μέτρα. Ουσιαστικά στη στάθμη της θάλασσας. Εκεί όπου ο Emperor δεσπόζει στα 850 μέτρα και τα υπόλοιπα κρασιά κινούνται στα 300–350, η Jima βρίσκεται σχεδόν στο νερό, με μόνη δροσιά τις θαλάσσιες αύρες του Αμβρακικού.


Αυτό που ξεχωρίζει τη Dame Rouge από όλα τα υπόλοιπα κρασιά αυτής της γευστικής δοκιμής είναι ο τρόπος παραγωγής της. Μέρος των σταφυλιών Merlot αφήνεται να σταφιδιάσει ελαφρώς στη σκιά, μετά τον χειρωνακτικό τρύγο στις 5 Σεπτεμβρίου – εν είδει appassimento, για συμπύκνωση αρωμάτων, τανινών, σακχάρων και οξύτητας. Τα ελαφρώς αφυδατωμένα σταφύλια προστίθενται στο ήδη ζυμωμένο φρέσκο κρασί, πυροδοτώντας δεύτερη ζύμωση. Ο ζυμωμένος χυμός διαχωρίζεται στη συνέχεια από τους βοστρύχους σε κάθετο καλαθωτό πιεστήριο· η ζύμωση συνεχίζεται σε καινούργιο δρύινο βαρέλι ως τον επόμενο Φεβρουάριο. Τον Δεκέμβριο του 2022 εμφιαλώνεται αφιλτράριστο και χωρίς καμία περαιτέρω επεξεργασία· στη συνέχεια το κρασί παραμένει στο οινοποιείο έως τον Νοέμβριο του 2023. Συνολικά, ωρίμαση που εκτείνεται σε δύο ημερολογιακά έτη – σημαντική επένδυση χρόνου και κόπου για οινοποιείο αυτού του μεγέθους.


Τα αναλυτικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την εικόνα: 14,5% αλκοόλ, 6,4 g/l ολική οξύτητα, pH 3,8. Η οξύτητα είναι υψηλότερη από εκείνη του Galatrona και του Χατζημιχάλη· μόνο ο Emperor την ξεπερνά. Για ένα Merlot από μερικώς λιασμένα σταφύλια, πρόκειται για αξιοσημείωτα σφιχτή δομή – εδώ δεν γεννιέται ένα γλυκερό, πληθωρικό στιλ τύπου Amarone, αλλά κάτι με δική του φυσιογνωμία.


Στο ποτήρι, κρασί που αμέσως παίρνει άλλη κατεύθυνση. Στη μύτη, σχεδόν υπερβολική ποσότητα δέρματος, από κάτω ώριμα κεράσια και δαμάσκηνα. Στο στόμα, πολύ λεπτή τανίνη που δίνει κομψότητα και του αφαιρεί κάθε ίχνος ωμότητας – μετά τις επιδείξεις δύναμης του Lacules και τις στιβαρές τανίνες του Emperor, ευπρόσδεκτη αλλαγή ρυθμού. Πολλή πάστα ελιάς στη γεύση, μακρά επίγευση. 93+ βαθμοί. Κρασί που με περισσότερο αέρα πιθανότατα θα έδειχνε ακόμα καλύτερο, και που θα βρει τους θαυμαστές του κυρίως ανάμεσα σε όσους αναζητούν, ακόμα και στους 14,5%, ένα πιο φινετσάτο Merlot. Όποιος έχει κάποια από τις λίγες εκατοντάδες φιάλες, ας της δώσει ακόμη λίγο χρόνο – από φέτος μπορεί να αρχίσει δειλά δειλά να το δοκιμάζει.


Συμπεράσματα

Τα αποτελέσματα συνοπτικά:


  • Château La Croix 2021 (Pomerol) – 92 βαθμοί

  • Galatrona 2021 (Petrolo, Τοσκάνη) – 97 βαθμοί

  • Merlot Αλαργινό 2021 (Κτήμα Χατζημιχάλη, ΠΓΕ Κοιλάδα Αταλάντης) – 93+ βαθμοί

  • Merlot Κτήμα Λακούλες 2021 (Μεσσηνία) – 96 βαθμοί

  • The Emperor 2021 (Κτήμα Παπαργυρίου, Κορινθία) – 96+ βαθμοί

  • Dame Rouge III 2021 (Οινοποιείο Τζίμα, Άρτα) – 93+ βαθμοί

Τον πήχη που έθεσε το Pomerol τον ξεπέρασαν με σαφή διαφορά και τα τέσσερα ελληνικά κρασιά. Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς ότι, με παρόμοια τιμή αλλά ασύγκριτα μεγαλύτερη φήμη της περιοχής, αυτό ήταν αναμενόμενο. Και είναι αλήθεια πως το ότι το 2021 ήταν δύσκολη χρονιά για το Merlot στο Μπορντό, ενώ στην Ελλάδα δυνατή, όντως εξηγεί ένα μέρος της διαφοράς. Δεν εξηγεί όμως τα πάντα: ο Lacules και ο Emperor πλησιάζουν επικίνδυνα τον Galatrona – κι εκείνος δεν είναι θύμα της χρονιάς του αλλά ένα από τα καλύτερα Merlot του κόσμου.


Κι όμως κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει το αποτέλεσμα. Οι εκθέσεις τρύγου χαρακτηρίζουν το 2021 στην Ελλάδα χρονιά που ευνόησε τον Βορρά περισσότερο από τον Νότο. Το Δελτίο Τρύγου 2021 του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου αποδίδει, για παράδειγμα, στη Δράμα – παρά τον καύσωνα και το χαλάζι – αρωματική ένταση, φρεσκάδα και καλή οξύτητα – και η περιοχή θεωρείται επίσημα ιδιαίτερα κατάλληλη για διεθνείς ερυθρές ποικιλίες, όπως το Merlot. Τον Château Julia Merlot 2020 του Κτήματος Κώστα Λαζαρίδη τον είχαμε βαθμολογήσει με 93+· την εσοδεία του 2021 δεν την είχαμε ακόμα στο ποτήρι μας τη στιγμή εκείνης της δοκιμής – θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι έβγαλε η Δράμα από το Merlot αυτή τη χρονιά. Τρία όμως από τα τέσσερα ελληνικά κρασιά στη γευστική μας δοκιμή δεν προέρχονται από τον ευνοημένο Βορρά, αλλά από την Πελοπόννησο ή τη Στερεά Ελλάδα – περιοχές που το 2021 υπόσχονταν επίσημα περισσότερο δύναμη παρά ισορροπία. Παρ' όλα αυτά, έδωσαν κρασιά παγκόσμιας κλάσης. Αυτό λέει λιγότερα για τον τόπο και περισσότερα για τους παραγωγούς που κατάλαβαν τι είχαν να δώσουν το τερουάρ τους και η συγκεκριμένη χρονιά.


Και φτάνουμε στο ερώτημα που αναπόφευκτα προκύπτει: μπορεί ο Emperor να πάρει από τον Lacules Estate Merlot 2018 τον τίτλο του καλύτερου ελληνικού Merlot; Ο 2018 παραμένει για μένα ο πήχης – 96 βαθμοί, εξωτικός, καπνιστός, άρτιος. Ο Emperor είναι τελείως διαφορετικό κρασί: δεν εντυπωσιάζει με βάρος αλλά με δαμασμένη δύναμη. Η Πελοπόννησος έχει πια δύο εξαιρετικά Merlot που δύσκολα θα μπορούσαν να διαφέρουν περισσότερο – κι αυτή ίσως είναι η πραγματική είδηση.


Κλείνω με μια ευχή. Ακριβώς επειδή τουλάχιστον αυτά τα ελληνικά κρασιά αντέχουν στη διεθνή σύγκριση, αξίζουν και τον ανάλογο σεβασμό. Αυτό για μένα σημαίνει και τον σωστό χρόνο ωρίμανσης στη φιάλη πριν βγουν στην αγορά. Ο Emperor 2021 κυκλοφόρησε κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον δύο χρόνια νωρίτερα απ' όσο έπρεπε – και δεν πρόλαβε να κάνει σε πολλούς την εκθαμβωτική πρώτη εντύπωση που άξιζε. Η Dame Rouge χρειάζεται κι αυτή σαφώς περισσότερο χρόνο. Πέρυσι το καλοκαίρι άνοιξα τον Dame Rouge IV (Day 26) του τρύγου 2023, και ήταν ξεκάθαρα πολύ νωρίς. Το ίδιο ισχύει και για την Odyssey III (Day 27) και τον μονοποικιλιακό Cabernet Franc 2023 (Day 28) – θύμιζαν δείγμα από βαρέλι, κι ένιωσα κάπως ενοχλημένος και για τα χρήματα που ξόδεψα και για την ανυπομονησία μου. Αυτή η αυτοσυγκράτηση δεν πρέπει να μετακυλίεται στους καταναλωτές. Δεν έχουν όλοι κλιματιζόμενο κελάρι. Και η εστίαση ούτως ή άλλως δεν περιμένει – βγάζει τους φελλούς πολύ πριν από την ώρα τους. Εγώ ο ίδιος συγκρατήθηκα και δεν άγγιξα τις φιάλες του 2021 μόνο και μόνο γιατί περίμενα να κυκλοφορήσει το Pomerol. Αυτά τα τρία χρόνια μετά τον τρύγο οφείλουμε να τα δίνουμε στο κρασί. Φυσικά, υπάρχουν λόγοι που αυτό δεν γίνεται ακόμα. Εύχομαι λοιπόν στους Έλληνες παραγωγούς σύντομα να πετυχαίνουν τζίρους αντάξιους της ποιότητας των κρασιών τους – ώστε να μπορούν να επενδύσουν σε μεγαλύτερη ωρίμανση στη φιάλη πριν από την κυκλοφορία.

 
 
 

Σχόλια


bottom of page