Κλείνοντας τη σεζόν της σχάρας με Cabernet Sauvignon
- Griechische Weine

- 15 Δεκ 2022
- διαβάστηκε 8 λεπτά
Ενώ έξω επικρατεί τσουχτερό κρύο, ας ρίξουμε ακόμη μια ματιά πίσω σε μια δοκιμή που πραγματοποιήσαμε στα τέλη Οκτωβρίου - και μάλιστα με υπέροχη λιακάδα και καλοκαιρινές θερμοκρασίες. Αυτές μας επέτρεψαν να ανάψουμε για άλλη μια φορά τη σχάρα και έτσι, ύστερα από αρκετές μεγάλες δοκιμές λευκών σε αυτή την υπαίθρια σεζόν (λόγου χάρη με Assyrtiko (στα γερμανικά), Malagousia (στα γερμανικά) και Moschofilero (στα γερμανικά)), να στήσουμε και μια ωραία δοκιμή ερυθρών στο ύπαιθρο. Αυτή τη φορά, στο επίκεντρο θα βρισκόταν ο μονοποικιλιακός Cabernet Sauvignon. Στη συνέχεια, τα κρασιά (που στη φωτογραφία είναι ταξινομημένα κατά ηλικία) παρουσιάζονται κατ' αύξουσα σειρά βαθμολογίας.

Κάπως εκτός συναγωνισμού κινούνται δύο κρασιά του μεγάλου παραγωγού Cavino, του οποίου το ερυθρό Atelier καταφέραμε να βρούμε στο διαδίκτυο για τη δοκιμή στις χρονιές 1991 και 1997. Το λευκό αντίστοιχο από την ποικιλία Moschofilero, που το είχαμε πρόσφατα (στα γερμανικά) στο ποτήρι μας στη χρονιά 1994, είχε φτάσει παρ' όλα αυτά σε αξιοπρεπείς 15 βαθμούς. Χρωματικά, τουλάχιστον ο Cabernet Sauvignon του 1997 έδινε ακόμη ελπίδες. Και στη μύτη, η εντύπωση του Rumtopf (με εντυπωσιακά χαμηλό αλκοόλ, μόλις 12%!) ανοίγει την όρεξη. Στο στόμα, μια γερή δόση ξύλου αντιστέκεται ακόμη στη φθορά - είναι μάλιστα ενσωματωμένη μια ιδέα καλύτερα απ' ό,τι στο χαρμάνι Porfyros του Κτήματος Σπυρόπουλου (στα γερμανικά), που το είχαμε πρόσφατα στο ποτήρι μας μόλις δύο χρόνια νεότερο. Ωστόσο: το φρούτο έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό εξατμιστεί κι έτσι αφήνει, ειδικά στην επίγευση, πολλά κενά. Πλέον, δυστυχώς, μένουν μόνο 9 βαθμοί.

Ο 1991 έχει ήδη σαφώς περισσότερες καστανές ανταύγειες, στη μύτη είναι λιγότερο βαρύς και θυμίζει κυρίως σταφίδα. Στο στόμα παραμένει εκπληκτικά φρέσκος, αλλά αρκετά μονοδιάστατος. Πάντως, αυτοί είναι ήδη ενδιαφέροντες 10 βαθμοί.

Το ερυθρό κρασί του Κτήματος Θεοτόκη από το νησί της Κέρκυρας ξεχωρίζει σαφώς μέσα από τη σειρά των κρασιών που δοκιμάστηκαν. Με 12,5% σε αυτόν τον 2019, μόνο τα κατά δεκαετίες παλαιότερα κρασιά της Cavino πλησίασαν τέτοιες χαμηλές πτήσεις σε επίπεδα αλκοόλ. Και μάλιστα το κρασί μπορεί να πάει ακόμη πιο κάτω: το 11,5% της χρονιάς 2018 άρεσε αρκετά στον Γιάννη Καρακάση, που του χάρισε 88 βαθμούς ως «lightest rendition of this grape anywhere». Στη μύτη, το βιολογικό αυτό κρασί δείχνει αρκετά άγριο· ιδίως με λίγο περισσότερο αέρα ξεπροβάλλει και δέρμα. Στο στόμα, το κρασί -που χρωματικά θα μπορούσε να περάσει για Pinot Noir- είναι τελικά αρκετά φρουτώδες και θυμίζει έντονα, όσον αφορά την αρωματική, την οξύτητα και την τανίνη, κόκκινο φραγκοστάφυλο. Τον Cabernet Sauvignon τον θυμίζει μόνο εν μέρει, την Ελλάδα δε καθόλου. Σε μόλις 50 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ένα τόσο φρέσκο κρασί εξαγοράζεται αναγκαστικά, κατά πάσα πιθανότητα, με πρώιμο τρύγο και, αντιστοίχως, με πράσινες νότες. Αν ψάχνει κανείς οπωσδήποτε ελληνικό Cabernet Sauvignon που να μπορεί να συνοδεύσει ψάρι, εδώ θα βρει ακριβώς ό,τι χρειάζεται. Συνολικά, φτάνει για πολύ καλούς 15,5 βαθμούς.

700 μέτρα ψηλότερα βρίσκονται τα αμπέλια από τα οποία φτιάχνεται ο Αυλοτόπι του Κτήματος Τσέλεπου, που φημίζεται κυρίως για τον Moschofilero του. Την ΠΓΕ Τεγέα, κατά τα άλλα, σπάνια τη βρίσκει κανείς στο ποτήρι. Το κρασί ανήκει στους ακριβότερους ελληνικούς Cabernet Sauvignon και στη Γερμανία διατίθεται για λίγο πάνω από 20€. Για τα λεφτά του, ωστόσο, απογοητεύει κάπως. Στη μύτη, η χρονιά 2019 παρουσιάζεται ακόμη πολύ αρμονική, ενώνοντας το 14,5% αλκοόλ με ένα καλό πρωτογενές φρούτο. Στο στόμα, όμως, η τανίνη του νεότερου κρασιού αυτής της δοκιμής εμφανίζεται ακόμη με απαιτητικό, ορυκτό χαρακτήρα και αφήνει, αρωματικά, λίγο χώρο πλάι στα αρώματα αρκεύθου. Ένα κρασί που χρειάζεται περισσότερη ωρίμαση και το οποίο θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε. Αν πιστέψει κανείς τον Γιάννη Καρακάση, που έδωσε αυτή την εκτίμηση βάσει της δοκιμής του 2001, το κρασί αντέχει άνετα 20 χρόνια. Στον 2012, από την άλλη, τα τέσσερα χρόνια ήταν πολύ λίγα. Αντιστοίχως, μπορεί κανείς να εικάσει ότι και στον 2019 η κορύφωση δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Προς το παρόν, το κρασί αξίζει πολύ καλούς 16 βαθμούς.

Όταν βρίσκει κανείς για μια δοκιμή την τελευταία χρονιά, δηλαδή τον 2012, του λατρεμένου κρασιού Trilogia -εκείνη που ο δημιουργός του, ο Χρήστος Κόκκαλης, παρήγαγε ακόμη ο ίδιος- και στο τέλος της βραδιάς το μπουκάλι είναι ακόμη μισογεμάτο, τότε αυτό, με όλη τη συμπάθεια προς το κρασί, λέει πολλά. Για ηλικία «μόλις» μιας δεκαετίας, το κρασί έρχεται ήδη με αρκετά έντονες οξειδωτικές νότες. Και παλιότερα υπήρξαν μεμονωμένες χρονιές που δεν είχαν μεγάλη αντοχή (όπως μάλλον το 2001). Αυτό ισχύει δυστυχώς μάλλον και για την καταληκτική χρονιά, προτού ακολουθήσει ένας χρόνος παύσης και το Κτήμα Βιβλία Χώρα συνεχίσει υπό το νέο όνομα Κτήμα Δύο Ύψη. (Βλ. σχετικά παρακάτω.) Είχαμε ήδη ανοίξει πρόσφατα ένα μπουκάλι από το ίδιο κιβώτιο. Δίπλα στο κατά τέσσερα χρόνια παλαιότερο Etos 2008 του Κτήματος Βιβλία Χώρα (κι αυτό ήταν πάλι παρόν αυτή τη φορά, βλ. παρακάτω), έδειχνε ήδη σαφώς πιο ώριμο. Καθώς όμως πρόβαλλε γερή δόση δέρματος και κουτιού πούρων στη μύτη, το κρασί είχε τελικά τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και στάθηκε αξιοπρεπώς. Με το συγκεκριμένο μπουκάλι σταθήκαμε λιγότερο τυχεροί. Η στιβαρή τανίνη και η αναμφίβολα αξιοσημείωτη επίγευση (πολύ μόκα) φάνηκαν, σε σύγκριση με τα άλλα κρασιά, κάπως φτωχές. Το μπουκάλι που δοκιμάσαμε πρόσφατα βρίσκεται μάλλον στους 17 βαθμούς, εδώ όμως έφτασε ίσα-ίσα σε εξαιρετικούς 16,5 βαθμούς. Το σίγουρο είναι πως αυτά τα μπουκάλια δεν χρειάζεται πια να τα αφήνει κανείς να παλαιώσουν άλλο, αν του έχουν απομείνει. (Αν κάποιος έχει ακόμη παλαιότερες χρονιές: θα μας ενδιέφεραν πάρα πολύ!)

Ο ερυθρός Mati Fortuna 2016 της AstirX μας άφησε αρχικά αρκετά αμήχανους. Το λευκό κρασί με το ίδιο όνομα (στα γερμανικά) δεν μας είχε ακριβώς ξεσηκώσει σε ξέφρενο ενθουσιασμό. Απέναντι σε εκείνο το κάπως ανολοκλήρωτο χαρμάνι, εδώ έχουμε ένα κρασί που προφανώς παρήχθη με σοβαρές φιλοδοξίες, ακόμη κι αν εδώ -όπως και στα άλλα κρασιά του παραγωγού- επεξεργάστηκαν σταφύλια από πολλούς αμπελουργούς της Πελοποννήσου. Διότι το κρασί ωρίμασε όχι μόνο για δύο χρόνια σε καινούρια γαλλικά δρύινα βαρέλια, αλλά στη συνέχεια και για δύο ακόμη χρόνια στο μπουκάλι, προτού βγει στην αγορά. Η λύση του γρίφου είναι ότι το οινοποιείο παράγει, σε λευκό και ερυθρό, και μια Gold εκδοχή της σειράς, οπότε στην αρχή είχαμε πράγματι συγκρίνει μήλα με πορτοκάλια. Σε ό,τι αφορά την τιμή, πάντως, αυτό δεν αλλάζει και πολλά, καθώς το κρασί βρίσκεται στην Ελλάδα κάτω από 15€. Για ένα κρασί με τόσο περίτεχνη ωρίμαση, αυτό είναι βεβαίως, σε διεθνή σύγκριση, πολύ προσιτό. Πόσο μάλλον που αυτή αξιοποιήθηκε πολύ αποτελεσματικά - ως το μοναδικό κρασί στη σειρά, το μπουκάλι αυτό ξεχώρισε με έντονη αρωματική βανίλιας. Τράβηξε επίσης την προσοχή με λουλουδάτα αρώματα στη μύτη - κυρίως βιολέτα. Ακόμη κι αν λείπει η πολύ μεγάλη πολυπλοκότητα, οφείλει κανείς να το αναγνωρίσει: «mission accomplished». Το κρασί κάνει αυτό που πρέπει. Σε ένα σημείο, ωστόσο, αυτό μένει ακόμη να αποδειχθεί. Διότι, παρά τον ισχυρό ξύλινο σκελετό, δεν είχε την καλύτερη αντοχή στο πέρασμα αρκετών ημερών. Το πώς θα δείξει σε πέντε ή δέκα χρόνια, μένει να το περιμένουμε. Προς το παρόν δίνουμε εξαιρετικούς 16,5 βαθμούς.

Από τη χρονιά 2017 κατέβηκαν στην κούρσα ταυτόχρονα τέσσερα κρασιά, κι έτσι φέραμε ως κρασί αναφοράς τον Bin 407 της Penfolds, ο οποίος, τουλάχιστον όσον αφορά το αλκοόλ (14,5%), είναι αρκετά συγκρίσιμος. Στη μύτη σού ορμάει αμέσως ένα μεγάλο φορτίο φρούτου, που σε κάνει την πρώτη στιγμή να φοβάσαι για το πώς θα τα πάνε οι Έλληνες ανταγωνιστές. Ωστόσο, το σύνολο ξεφεύγει κάπως προς το μαρμελαδένιο και, κατά περίεργο τρόπο, μετά από μερικές ημέρες δεν έχει πια τίποτα να προσφέρει. Παρ' όλα αυτά, ασφαλώς ένα κρασί που πίνεται πολύ ευχάριστα, με τανίνες που μάλλον θα αρέσουν σε ένα ευρύ φάσμα οινοποτών. Αυτό θα μεταφραζόταν σε εξαιρετικούς 16,5 βαθμούς και, ως εκ τούτου, σε μια τέλεια βάση εκκίνησης για να ελέγξουμε αν υπάρχουν ελληνικά κρασιά της ίδιας χρονιάς που, με σαφώς λιγότερα χρήματα, μπορούν να σταθούν αντάξια ή ακόμη και να πάρουν το προβάδισμα.

Ο Klima Klima της Τσάνταλη από τη χρονιά 2017 (ΠΓΕ Χαλκιδική) ξεχωρίζει κυρίως για τα αρώματα σκούρων μούρων που ορίζουν το κρασί. Στη μύτη κυριαρχούν μεν αρχικά καπνιστά αρώματα, στο στόμα όμως σε ρίχνει σχεδόν από την καρέκλα ένα παχύ φορτίο βατόμουρου, προτού στην επίγευση επικρατήσει, απολύτως τυπικά για την ποικιλία, μαύρο φραγκοστάφυλο. Ένα πετυχημένο κρασί, που ωστόσο δομικά δεν μπορεί απόλυτα να παίξει στις ανώτερες κατηγορίες. Εξαιρετικοί 16,5 βαθμοί. Παρεμπιπτόντως: το όνομα μπορεί να μπερδέψει κάπως τους γερμανόφωνους λόγω της διπλής εμφάνισης του «Klima» - βγάζει όμως νόημα, καθώς στα ελληνικά το «κλίμα» και το «κλήμα» (η αμπελόβεργα) ακούγονται ίδια και, ως εκ τούτου, μεταγράφονται με τον ίδιο τρόπο.

Με 20 χρόνια δυνατότητα παλαίωσης διαφημίζεται στην ετικέτα ο Cabernet Sauvignon 2017 του Κτήματος Χατζημιχάλη (ΠΓΕ Κοιλάδα Αταλάντης), στο οποίο αναλογεί πρωτοποριακός ρόλος όσον αφορά την οινοποίηση μονοποικιλιακών κρασιών στην ελληνική αμπελουργία. Μετά από το ένα τέταρτο αυτού του υποσχόμενου χρόνου, το κρασί δείχνει αρωματικά ήδη σε καλό δρόμο προς την ωρίμαση. Έπειτα από συνολικά 10 χρόνια, λοιπόν, καλό είναι να ξαναδοκιμάσει κανείς τα μπουκάλια που αναπαύονται στο κελάρι. Ο τανικός σκελετός, πάντως, σίγουρα κρατά το κρασί και πέρα από αυτό. Ωστόσο, λείπει λίγο η οξύτητα ώστε να αφεθεί κανείς σε πολύ μεγάλη αισιοδοξία. Και όσον αφορά την ευκολία στο πιώσιμο, αυτή η πτυχή το φρενάρει κάπως. Παρ' όλα αυτά, αναμφίβολα ένα πολύ νόστιμο κρασί, που ξεχωρίζει μέσα από το πεδίο χάρη στα βαριά του αρώματα, τα σκούρα μούρα και προπάντων την ημίγλυκη σοκολάτα υγείας. Προς το παρόν, αυτοί είναι εξαιρετικοί 17 βαθμοί. Και ποιος ξέρει - ίσως σε πέντε χρόνια να είναι κι ακόμη περισσότεροι. Σε κάθε περίπτωση, το κρασί έχει την αντοχή ώστε, μετά από μερικές ημέρες, να αφήσει το αντίστοιχο προϊόν της Penfolds πολύ πίσω του.

Έτσι, για τη χρονιά 2017 απομένουν ακόμη δύο κρασιά - και τα δύο ωριμάζουν στο ίδιο κελάρι, και τα δύο έχουν 15% αλκοόλ. Τα σταφύλια, ωστόσο, προέρχονται στη μία περίπτωση απευθείας από τα αμπέλια γύρω από το Κτήμα Βιβλία Χώρα (ΠΓΕ Παγγαίο) και στην άλλη περίπτωση από τα αμπέλια που ο Χρήστος Κόκκαλης είχε αρχικά φυτέψει στην ΠΓΕ Ηλεία, κοντά στη Σκαφιδιά, και των οποίων το κρασί κυκλοφορεί πλέον υπό το όνομα Κτήμα Δύο Ύψη. Οι θαυμαστές του Κόκκαλη της πρώτης ώρας, φυσικά, γκρινιάζουν πολύ για τα νέα κρασιά, που εξακολουθούν να κυκλοφορούν στην αγορά υπό το όνομα Trilogia. Και πράγματι, αυτά δεν έχουν πια το πλεονέκτημα ενός δεύτερου κρασιού, για το οποίο θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει βαρέλια με λιγότερο πειστικό περιεχόμενο, καθώς το χαρμάνι Agiorgitiko που παλιότερα λεγόταν «Mova» πωλείται πλέον ως «Dialogos» και με Syrah (βλ. εδώ (στα γερμανικά)). Τουλάχιστον το μπουκάλι που δοκιμάσαμε, πάντως, δεν δίνει αφορμή για απαισιοδοξία, αλλά μάλλον προκαλεί αναγνώριση για την πολύ μακρά επίγευση, γεμάτη από τυπικές για την ποικιλία νότες cassis. Πρόκειται πάντως ήδη για εξαιρετικούς 17 βαθμούς, ακόμη κι αν δεν είναι το απόλυτο επίτευγμα. Λείπει, τελικά, λίγο η πιο σκληρή ρότα των παλιών κρασιών του Κόκκαλη, με πιο βίαιη τανίνη και εντονότερη ροπή προς το κουτί των πούρων. Αξίζει σε κάθε περίπτωση να παρακολουθεί κανείς με αγωνία προς τα πού πηγαίνει το ταξίδι - και τουλάχιστον στη σύγκριση με τον Ovilos 2017 κάνει θετική εντύπωση ότι τα δύο κρασιά έχουν το καθένα τον δικό του χαρακτήρα και ότι δεν επιβάλλεται ένα ενιαίο ύφος οίκου.

Ο Ovilos είναι επίσης απολύτως αναγνωρίσιμος ως Cabernet Sauvignon και διακρίνεται για την πολύ στρογγυλή τανίνη και τη μεγάλη ένταση στο στόμα. Εδώ μπορεί κανείς να δώσει ήδη σπουδαίους 17,5 βαθμούς - οφείλει όμως, δίκαιο να λέγεται, να προσθέσει ότι για κάποιους συμμετέχοντες στη δοκιμή το κρασί ήταν μάλλον μια ιδέα υπερβολικά λειασμένο. Διότι, αν πάρει κανείς ως μέτρο τη στάθμη στα μπουκάλια στο τέλος της βραδιάς, άλλα κρασιά προηγούνταν. Αυτό μπορεί να οφείλεται και στη φρουτώδη γλυκύτητα, που προορίζει το κρασί μάλλον για κρύες χειμωνιάτικες βραδιές παρά για ψήσιμο στη σχάρα με πάνω από 20°C στα τέλη Οκτωβρίου. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, θα ήθελα πολύ να είχα ακόμη ένα μπουκάλι στο ράφι...

Ο ερυθρός Λευκή Πόλη 2018 του Κτήματος Μελίδου από την ΠΓΕ Σέρρες δίχασε στη δοκιμή περισσότερο απ' όλα τα πνεύματα. Με το μύρτιλο εδώ σαφώς στο προσκήνιο, αυτός δεν είναι ο πιο τυπικός Cabernet Sauvignon του πεδίου. Το κρασί, ωστόσο, είναι τόσο υπέροχα στρογγυλό και το 14% αλκοόλ τόσο εξαιρετικά ενσωματωμένο -και στη μύτη μάλιστα εμπλουτιστικό- ώστε εδώ οφείλει κανείς να δώσει σπουδαίους 17,5 βαθμούς. Το κρασί, που το μικρό οινοποιείο παράγει με βιολογικές αρχές, διατίθεται γύρω στα 10€. Απίστευτο.

Υψηλότερη βαθμολογία παίρνει μόνο ακόμη ένα κρασί, το μοναδικό που πλησιάζει τιμολογιακά τον Bin 407 της Penfolds. Μετά τον Merlot της χρονιάς 2006, αυτός ο Cabernet Sauvignon της χρονιάς 2008 είναι το δεύτερο κρασί της σειράς Etos του Κτήματος Βιβλία Χώρα. Το πρώτο μπουκάλι, που είχαμε πρόσφατα, θα μπορούσε άνετα να το εκτιμήσει κανείς και για 10 χρόνια νεότερο· σε αυτή τη δοκιμή, ωστόσο, ήταν πλέον αναγνωρίσιμες οι πρώτες -και θεμιτές!- νότες ωρίμασης. Θα παραμείνει όμως σίγουρα για δεκαετίες ακόμη μια απόλαυση. Ένα κρασί με υπέροχο φρούτο και λειασμένη τανίνη, όσο καλύτερα δεν γίνεται. Δεν χρειάζεται πολλή κουβέντα γύρω από αυτό: σαφώς ένα φαινομενώδες κρασί των 18,5 βαθμών. Πολλά μπουκάλια, δυστυχώς, μάλλον δεν κυκλοφορούν πια στη δευτερογενή αγορά.




Σχόλια