top of page

Πόσο καλά είναι τα ελληνικά κρασιά;

  • Εικόνα συγγραφέα: Griechische Weine
    Griechische Weine
  • 3 Μαρ 2021
  • διαβάστηκε 16 λεπτά

«Αρκετά καλά», θα λέγαμε φυσικά – αλλιώς δεν θα είχαμε φτιάξει αυτόν τον ιστότοπο. Τι σημαίνει όμως αυτό ακριβώς; Όποιος ενδιαφέρεται πρόσφατα για το ελληνικό κρασί θα ήθελε φυσικά να το μάθει λίγο πιο συγκεκριμένα. Γι' αυτό θέλουμε σε αυτό το άρθρο να μιλήσουμε λίγο για το πώς αξιολογούμε τα κρασιά που δοκιμάζουμε για εσάς.


Διαφορετικά συστήματα βαθμολόγησης

##

Το σύστημα των 100 βαθμών

Στις αξιολογήσεις κρασιού συναντά κανείς συχνότερα το σύστημα των 100 βαθμών, που έγινε γνωστό κυρίως χάρη στον Robert Parker, αλλά χρησιμοποιείται συχνά και αλλού (π.χ. από το Wine Spectator). (Για μια καλή επισκόπηση διαφόρων συστημάτων δείτε εδώ.) Η κριτική σε αυτή την πρακτική είναι πολύπλευρη. Από τη μια πλευρά στέκεται το πόσο επηρεάζει τις αγορές: η διαφορά ανάμεσα σε 89 βαθμούς και στο να φτάσει κανείς το μαγικό όριο των 90 βαθμών μπορεί να σημαίνει για ένα οινοποιείο τη διαφορά ανάμεσα στην πλήρη πώληση και σε επικείμενη χρεοκοπία.

Από την άλλη πλευρά, τίθεται όμως συνεχώς και το ερώτημα πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι μια τέτοια αριθμητική βαθμολόγηση. Γνωρίζουμε βέβαια πολλούς οινολόγους και κριτικούς κρασιού που εκτιμούμε ιδιαίτερα και που χρησιμοποιούν το σύστημα των 100 βαθμών. Εμείς οι ίδιοι όμως σίγουρα δεν εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας αρκετά ώστε να διεκδικήσουμε μια τόσο λεπτομερή διαφοροποίηση ανάμεσα σε διαφορετικά κρασιά. Αυτό ξεκινά ήδη από τους διαφορετικούς τρύγους του ίδιου προϊόντος: πώς να κρατήσει κανείς τη γεύση παρούσα επί μήνες, ώστε τον επόμενο χρόνο να μπορεί να κάνει μια διαφοροποίηση ενός βαθμού πάνω-κάτω σε μια τόσο μεγάλη κλίμακα; Αυτό που θυμάται κανείς μάλλον είναι ο γενικός χαρακτήρας μιας χρονιάς και το πώς συμπεριφέρθηκε ένα συγκεκριμένο κρασί σε σύγκριση με παρόμοια κρασιά. Έτσι μπορεί κανείς βέβαια να διατυπώσει γενικές τάσεις μέσα στα χρόνια, όσον αφορά π.χ. την οξύτητα. Έχουμε όμως τις επιφυλάξεις μας όταν, μετά από τόση χρονική απόσταση, ανακαλύπτονται δήθεν νέα αρώματα που χαρίζουν τότε στο κρασί επιπλέον βαθμούς.


Και υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι αυτό δεν οφείλεται μόνο στους δικούς μας υποτυπώδεις ουρανίσκους. Υπάρχουν όντως επιστημονικά πειράματα που υποδεικνύουν ότι η «τυπική απόκλιση» σε μια κλίμακα 100 βαθμών είναι αρκετά μεγάλη. (Κάποια ανακούφιση εδώ προσφέρει αυτός ο ιστότοπος, ο οποίος λαμβάνει υπόψη τις αποκλίσεις σε διαφορετικές δοκιμές και εισάγει έτσι την αξιοπιστία ως παράμετρο δίπλα στον απλό αριθμό.) Όσον αφορά έναν κριτικό έλεγχο πραγματικότητας γύρω από τη «μνήμη του κρασιού», αξίζει επίσης η εκπομπή στο YouTube «So, you think you know wine?» της καναδικής πλατφόρμας δοκιμών WineAlign. Ειδικά στη νέα σεζόν (7) είναι πολύ διασκεδαστικό να βλέπει κανείς τους κριτικούς να μπερδεύονται μπροστά σε κρασιά αρκετά χαρακτηριστικά, τα οποία είχαν δοκιμάσει μαζί στο γραφείο μόλις λίγες μέρες πριν. Για να είμαστε σαφείς: οι περιγραφές είναι έγκυρες και όχι τυχαίες. Το γεγονός όμως ότι σε κανέναν δεν ανακαλείται η συγκεκριμένη ανάμνηση, κάνει μάλλον αμφίβολο το πόσο αξιόπιστη είναι η ισχυριζόμενη λεπτομερής και μάλιστα διαχρονική εικόνα που έχουν οι κριτικοί κρασιού για την οσμή και τη γεύση, συχνά για χιλιάδες κρασιά.


Περιγραφές χωρίς βαθμούς;

Θα ήταν λοιπόν λογικό να παραιτηθεί κανείς εντελώς από τους βαθμούς στις σημειώσεις δοκιμής. Ο Felix Bodmann, κορυφαίος blogger κρασιού στη Γερμανία, κατάργησε για παράδειγμα κάποια στιγμή απλώς το σύστημα βαθμολόγησής του. Θέλει όμως κανείς να συνεχίσει να διατυπώνει κάτι σαν διαβαθμισμένες συστάσεις κατανάλωσης. Και σε ορισμένους άλλους bloggers και influencers κρασιού διακρίνει κανείς την τάση να γίνονται όλο και πιο εκτενείς και ανθηροί, όσο πιο πολύ αρέσει ένα κρασί και όσο λιγότερους βαθμούς έχουν να μοιράσουν για να το εκφράσουν. Δεν υπάρχει καταρχήν πρόβλημα με αυτό – μόνο που μπορεί να πάρει τότε παράλογες διαστάσεις που δεν ωφελούν πια κανέναν καταναλωτή και οδηγούν τους κριτικούς σε όλο και μεγαλύτερη δημιουργική δυσκολία. Τι νόημα έχει, για παράδειγμα, όταν λέγεται για ένα ελληνικό ερυθρό κρασί (επιπλέον μιας βαθμολόγησης σε κλίμακα 5 βαθμών) ότι αποκαλύπτει μια «ανάσα σοκολάτας φράουλας Labooko της Zotter»; Είναι περίπου το ίδιο αστείο με το να πει κανείς για την εν λόγω (πράγματι πολύ νόστιμη!) σοκολάτα ότι θυμίζει το «Alpha One» – αλλά φυσικά μόνο τη χρονιά 2010… (Συστατικά της σοκολάτας Zotter, για όσους ενδιαφέρονται: ακατέργαστη ζάχαρη ζαχαροκάλαμου, βούτυρο κακάο, αποξηραμένες φράουλες, αποβουτυρωμένη σκόνη γάλακτος, λεκιθίνη σόγιας, σκόνη λεμονιού, σκόνη σπόρων βανίλιας, ορυκτό αλάτι.)


Υπάρχουν βέβαια bloggers με μια υγιή δόση έμφυτης δημιουργικότητας (ο ήδη αναφερθείς Felix Bodmann θα ήταν ένα παράδειγμα), οι οποίοι κινούνται σε αυτό το είδος χωρίς να γίνονται αμήχανοι (για το πού περνά αυτό το όριο μιλάει εδώ). Εμείς όμως θα κινδυνεύαμε μάλλον να αφήσουμε τις σημειώσεις δοκιμής να καταντήσουν οσφρητικές και γευστικές βιογραφίες. Και ποια σοκολάτα Zotter μας ενθουσίασε ιδιαίτερα την περασμένη εβδομάδα δεν είναι, τελικά, ιδιαίτερα κατατοπιστικό.


Γενικότερα, οι αριθμητικές βαθμολογήσεις μάς φαίνονται καμιά φορά ακόμη και λίγο πιο αντικειμενικές από μια αλληλουχία φευγαλέων γευστικών και οσφρητικών εντυπώσεων. Πόσο ευμετάβλητες είναι αυτές δείχνει το διασκεδαστικό πείραμα να σερβίρει κανείς το ίδιο κρασί δύο φορές σε μια τυφλή δοκιμή και να ζητά να αναζητηθούν διαφορές. Όποιος δεν το έχει δοκιμάσει ποτέ, θα πρέπει οπωσδήποτε να το κάνει. Είναι αρκετά αποκαλυπτικό τι διαφορές ποιότητας και τιμής «αναγνωρίζονται» καμιά φορά! Φυσικά, με περισσότερο χρόνο αυτές οι εντυπώσεις συγκλίνουν. Το πείραμα όμως παραπέμπει σε κάτι πιο θεμελιώδες: το κρασί μάς προσφέρει τόσα πολλά στοιχεία προς αντίληψη. Ούτε μπορούμε να τα προσλάβουμε όλα ταυτόχρονα σε μια πολύ σύντομη κατάσταση δοκιμής, ούτε είναι δεδομένο ότι είμαστε εξίσου δεκτικοί στις διάφορες πτυχές σε διαφορετικές καταστάσεις, όσο χρόνο κι αν αφιερώσουμε. Και εδώ υπάρχει εντυπωσιακή ψυχολογική έρευνα (δείτε εδώ για μια πρόσφατη επισκόπηση) που αποδεικνύει ότι η αντίληψη ακόμη και τόσο βασικών παραμέτρων όπως η «φρουτώδης» γεύση και η «γλυκύτητα» επηρεάζεται σημαντικά από παράγοντες όπως ο φωτισμός και η μουσική υπόκρουση.


Η αποχή από τους βαθμούς δεν καθιστά λοιπόν κατ' ανάγκη μια αξιολόγηση κρασιού πιο αντικειμενική. Και πράγματι, σκέφτομαι καμιά φορά, π.χ. στις περιγραφές του Lobenberg, ότι σε μια τυφλή δοκιμή μιας σειράς στιλιστικά παρόμοιων κρασιών θα μπορούσα μάλλον να αντιστοιχίσω σωστά τους βαθμούς (τουλάχιστον όταν διαφέρουν λίγο μεταξύ τους) παρά το εύρος των αρωμάτων που περιγράφονται. Μοιάζει λίγο με τα ωροσκόπια: όταν έχει κανείς πια το κρασί στο ποτήρι, ταιριάζει συχνά πολύ καλά – αλλά ίσως θα μπορούσε να «μυρίσει/γευτεί» και μια εντελώς διαφορετική περιγραφή. Και το Mundus Vini παρέχει, ευτυχώς, εκτός από τα μετάλλια, και γευστικά προφίλ που απεικονίζουν οπτικά την εντύπωση των κριτικών. Συγκρίνοντας όμως διαφορετικούς τρύγους του ίδιου κρασιού, παρατηρεί κανείς ότι σε ένα αντίστοιχο flipbook τα σχήματα θα πηδούσαν αρκετά άτακτα δεξιά-αριστερά. Και βλέπουμε, για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, αρκετά λίγες ομοιότητες ανάμεσα στο διάγραμμα για το Μαλαγουζιά 2020 από το Κτήμα Γεροβασιλείου και στις δικές μας σημειώσεις δοκιμής (στα γερμανικά). Άρα και η αναζήτηση αρωμάτων είναι μια αρκετά υποκειμενική υπόθεση.


Η κλίμακα των 20 βαθμών

Δεν θέλουμε λοιπόν να παραιτηθούμε εντελώς από τους βαθμούς. Με 5 βαθμούς είναι κανείς σίγουρα στην ασφαλή πλευρά. Εδώ η υποκειμενική εντύπωση μπορεί να καταταχθεί σε αρκετά σαφώς οριοθετημένες κατηγορίες. Τα άλματα όμως μάς φαίνονται τελικά λίγο υπερβολικά μεγάλα. Η ελληνική αμπελουργία βρίσκεται ακόμη στη φάση εδραίωσής της (θα το ξαναδούμε αυτό στο τέλος) και εδώ είναι στην ημερήσια διάταξη αρκετά δραματικές ποιοτικές εξελίξεις. Θέλουμε να διατηρούμε τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε μια πιθανή βελτίωση ακόμη και σε ένα ήδη πραγματικά καλό κρασί. Οι 20 βαθμοί με βήματα μισού βαθμού μοιάζουν εδώ ακριβώς σωστοί. Το παραδεχόμαστε όμως πρόθυμα: όταν δοκιμάζει κανείς παράλληλα 30 Ασύρτικα, εύχεται σύντομα ξανά την κλίμακα των 100 βαθμών, γιατί έτσι μπορεί να ταξινομήσει πιο λεπτομερώς σε άμεση σύγκριση, σύμφωνα με τις δικές του προτιμήσεις… Παραμένουμε όμως σταθεροί και περιοριζόμαστε συνειδητά. Γιατί τελικά πρόκειται, τουλάχιστον στο πλαίσιο αυτού του ιστότοπου, για μια γενική σύσταση αγοράς, και οι λεπτομέρειες των δικών μας προτιμήσεων έχουν εδώ μικρό ενδιαφέρον.


Η πιο γνωστή κριτικός κρασιού που χρησιμοποιεί το σύστημα των 20 βαθμών είναι σίγουρα η Jancis Robinson. Όπως και στο σύστημα των 100 βαθμών – όπου όλα τα μη ελαττωματικά κρασιά πέφτουν κάπου ανάμεσα στους 80 και τους 100 βαθμούς – υπάρχει και εδώ ένας αρκετός «συνωστισμός» στο πάνω μέρος: οτιδήποτε κάτω από 13 βαθμούς είναι καταρχήν ακόμη ελαττωματικό και ουσιαστικά μη πόσιμο. Ακόμη και οι 14 βαθμοί είναι ακόμη «θανάσιμα βαρετό». Με 15 βαθμούς έχει κανείς ξαφνικά ένα μέτριο κρασί, και με 16 αυτό που έχει στο ποτήρι γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη «διακεκριμένο». Η κλίμακα προφανώς δεν είναι γραμμική και στις υψηλότερες σφαίρες ξεκινά ξαφνικά η εκτόξευση!


Όπως θα εκθέσουμε παρακάτω αναλυτικά, εμείς το εξομαλύνουμε λίγο αυτό. Εμπνεόμαστε εδώ από το σύστημα βαθμολόγησης που συναντήσαμε στις σπουδές μας στη Σκωτία. Πολλά μπορούν να μεταφερθούν από το πανεπιστήμιο στον κόσμο του κρασιού. Έτσι, οι 13,5 βαθμοί είναι σε αυτό το σύστημα ο βαθμός που χρειάζεται για να πάρει κανείς στο τέλος ενός μεταπτυχιακού προγράμματος και τον τίτλο master (και να μην περιοριστεί σε ένα λιγότερο σημαντικό δίπλωμα). Αυτό, κατά τη γνώμη μας, αποδίδει καλύτερα τον σχετικό χαρακτήρα των κρίσεων ποιότητας σε σχέση με το κρασί: κάποιο κρασί μπορεί να θεωρηθεί «καλό» σε συγκεκριμένα πλαίσια. Για μια σύσταση όμως σε διεθνές πλαίσιο ίσως τελικά να μην αρκεί. Παρ' όλα αυτά, θα ήταν μάλλον υπερβολικό να στολίσει κανείς γι' αυτό το προϊόν με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς…


Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Πριν στραφούμε στην ίδια την κλίμακα, χρειάζονται ακόμη τρεις παρατηρήσεις: πρώτον, η βαθμολόγηση αντικατοπτρίζει πάντα πόσο μας αρέσει το κρασί συνολικά. 20 βαθμοί απονέμονται και στο λεγόμενο σύστημα COS, όπου βαθμολογούνται χωριστά οι κατηγορίες χρώμα, οσμή, γεύση και συνολική εντύπωση. Αυτό μας φαίνεται αρκετά τεχνητό. Πρώτον, οι παράγοντες δύσκολα είναι ανεξάρτητοι: ένα κρασί με άσχημη θολερότητα θα μυρίζει κατά κανόνα και περίεργα. Και δεύτερον, το χρώμα (κόκκινο ρουμπίνι με ώχρα ή βιολετί στις άκρες;) μάς είναι εντελώς αδιάφορο, αν το κρασί μάς κατακτήσει εντούτοις στη γεύση. Εμείς αξιολογούμε τα κρασιά ως ποτά. Ως τέτοια είναι πολύπλευρα, αλλά δεν εμφανίζονται με τα επιμέρους συστατικά τους, παρά έρχονται στο τραπέζι με έναν συγκεκριμένο σκοπό. Όπως και η υπερβολική ακρίβεια των 100 βαθμών, έτσι και ένας τέτοιος διαχωρισμός σε διαφορετικές κατηγορίες υπονοεί μια επιστημονικότητα του εγχειρήματος που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Όποιος απολαμβάνει κρασί δεν βρίσκεται συνήθως σε εργαστήριο, αλλά (τουλάχιστον ελπίζουμε, σύντομα ξανά) σε μια ευχάριστη παρέα. Οι αξιολογήσεις κρασιού έχουν τελικά πολύ περισσότερα κοινά με την κριτική τέχνης παρά με την επιστημονική ανάλυση. Και εκεί παίζει μεγάλο ρόλο και το προσωπικό γούστο. Αυτό το αποδεικνύει και η αρκετά διασκεδαστική διαμάχη ανάμεσα στον Robert Parker και την Jancis Robinson για το Château Pavie 2003. Ο Parker του χάρισε εξαιρετικούς 95/100 βαθμούς, η Jancis Robinson απαίσιους 12/20. Κάποιοι θα ήθελαν ίσως μια αδιάσειστη εξήγηση για αυτή την ασυμφωνία – ακόμη κι αν επρόκειτο για αθέμιτα κίνητρα. Η αλήθεια όμως είναι, όπως εξήγησε η Jancis Robinson σηκώνοντας τους ώμους, πολύ απλούστερη:

«… all I really want to say is that wine assessment is subjective.»

Γι' αυτό, δεύτερον, κοιτάμε πάντα και τη φιάλη. Καταρχάς δοκιμάζουμε πράγματι το κρασί τυφλά, για να του δώσουμε την ευκαιρία να μας εκπλήσσει συνεχώς εκ νέου. Κάποια στιγμή όμως τραβάμε την κουρτίνα. Γιατί και η ετικέτα ανήκει στην απόλαυση. Το μάτι πίνει κι αυτό. Αξίζει να αναφερθούν ξανά τα πολυάριθμα ερευνητικά προγράμματα που δείχνουν ότι κοινότοπα στοιχεία, όπως το βάρος ή το σχήμα της φιάλης, επηρεάζουν σημαντικά την υποκειμενική εντύπωση ενός κρασιού. Μπορεί βέβαια να προσπαθήσει κανείς να αποκλείσει αυτές τις πτυχές στην τυφλή δοκιμή. Τι κερδίζει όμως τελικά ο καταναλωτής, που απολαμβάνει το κρασί συνήθως σε λιγότερο στείρες συνθήκες; Γι' αυτό εμείς προτιμούμε να προσομοιώνουμε μια ρεαλιστική κατάσταση απόλαυσης και να κοιτάμε κάποια στιγμή τι έχουμε βάλει στο ποτήρι μας. Αν ένα κρασί-θρύλος ξεπεράσει τότε ξαφνικά κάποιες άλλες φιάλες στο τραπέζι, δεν υπάρχει τίποτα ύποπτο σε αυτό. Δεν μοιράζει κανείς έτσι απλά αυθαίρετους μπόνους βαθμούς. Μπορεί μάλλον να συμβαίνει το εξής: με περισσότερες γνώσεις υποβάθρου, οι αισθήσεις δουλεύουν και πιο επιλεκτικά. Ακριβώς έτσι λειτουργεί η ψυχολογία της απόλαυσης. Δεν κάνει την αισθητηριακή εντύπωση λιγότερο πραγματική μόνο επειδή έχει και μια γνωστική συνιστώσα. (Πρέπει να σκεφτεί κανείς ξανά τους ανθρώπους του WineAlign, που εκτίθενται στο YouTube: εντελώς τυφλά συμβαίνουν καμιά φορά μεγάλες εσφαλμένες εκτιμήσεις ως προς τον τρόπο και την ποιότητα. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό να αξιολογεί κανείς ένα κρασί όταν ξέρει ήδη τι έχει στο ποτήρι του. Και αυτό ισχύει, τουλάχιστον ως προς την περιοχή και την ποικιλία, για τα περισσότερα κρασιά που δοκιμάζονται και τυφλά.) Ένας άνθρωπος που δίνει βάρος στη φυσικότητα στη διατροφή θα σπρώξει μακριά, εντελώς αηδιασμένος, ένα κρασί που αρχικά ήταν αρκετά ευχάριστο, μόλις μάθει με ποια τεχνάσματα δούλεψαν στο κελάρι. (Όποιος το βρίσκει αυτό επιτηδευμένο, ας μη βρίσκει ξαφνικά αηδιαστική τη σαλάτα του μόνο επειδή βλέπει ένα σαλιγκάρι να σέρνεται μέσα της.) Ένα μόνο πράγμα δεν θα έπρεπε, δίκαια, να παραλείπεται σε τέτοιες αξιολογήσεις: η διαφάνεια. Αν η ποιότητα ενός ποιοτικά παραγόμενου κρασιού αποκαλύπτεται μόνο αργά, ή αντίστροφα, αν μια φιάλη εκπλήσσει πιο θετικά απ' όσο θα υπέθετε κανείς από την ετικέτα, αυτές είναι ενδιαφέρουσες πληροφορίες που δεν θα έπρεπε να κρατά κανείς για τον εαυτό του.


Στην απόλαυση του κρασιού ανήκει λοιπόν και η ενημέρωση για το κρασί. Αυτό μας οδηγεί στην τρίτη προκαταρκτική παρατήρηση – στο πώς σχετίζονται οι δικές μας αξιολογήσεις ελληνικών κρασιών με άλλες αξιολογήσεις. Αφού οι βαθμοί αντικατοπτρίζουν τη συνολική εντύπωση, μπορεί κανείς καταρχάς να πει με βεβαιότητα: ένα κρασί 16 βαθμών από την Ελλάδα μας αρέσει ακριβώς όσο ένα κρασί 16 βαθμών από τη Γαλλία. Έχουμε λοιπόν πράγματι την αξίωση οι αξιολογήσεις μας να είναι συγκρίσιμες πέρα από τα ελληνικά σύνορα (κάτι που σε άλλες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται διαφορετικά). Ένα κρασί που είναι καλό «για ελληνικά δεδομένα» δεν παίρνει λοιπόν από εμάς προνομιακή μεταχείριση. Αντίστοιχα, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα αν οι ανώτερες βαθμίδες είναι ακόμη κάπως αραιοκατοικημένες. Όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, δεν βλέπουμε το ελληνικό κρασί να έχει φτάσει ακόμη στο ανώτατο σημείο των δυνατοτήτων του. Αυτή η προσέγγιση κάνει, κατά τη γνώμη μας, τις αξιολογήσεις μας πιο πολύτιμες απ' ό,τι αν απονέμαμε βαθμούς σύμφωνα με (τρέχοντα) εθνικά πρότυπα – όπως συμβαίνει με τις αξιολογήσεις ξενοδοχείων.


Παρ' όλη την αυστηρότητα, θα παρατηρήσει κανείς σίγουρα καμιά φορά ότι βαθμολογούμε πιο θετικά από κάποιους γνωστούς κριτικούς. Αυτό οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα και πάλι στην προαναφερθείσα γνωστική συνιστώσα: συχνά λείπει, ακόμη και στους ειδικούς, η πρόσβαση στο ίδιο το προϊόν. Όποιος έχει περάσει χρόνο στο Μπορντό θα αναπτύξει εκτίμηση για τις διαδικασίες παραγωγής και θα μπορεί να αναγνωρίσει την ποιότητα και στο ποτήρι. Τα ελληνικά κρασιά, αντίθετα, φτάνουν στο ποτήρι επαγγελματιών κριτικών μόνο σποραδικά, και συχνά γνωρίζουν ελάχιστα για το ιστορικό τους. Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη όταν ένας κριτικός κρασιού λέει για ένα από τα, κατά τη γνώμη μας, καλύτερα ελληνικά χαρμάνια (στα γερμανικά) ότι δεν ξέρει ακριβώς «ποιο είναι το νόημά του». Για να μπορεί κανείς να αντιστοιχίσει οσφρητικές και γευστικές εντυπώσεις και να τις συνδέσει με βαθμολογίες, χρειάζεται σημεία αναφοράς. Αυτό εξηγεί επίσης γιατί τόσοι πολλοί λάτρεις του κρασιού δεν έχουν πια καμία σχέση με το κρασί που τους έβαλε αρχικά στη γεύση. Με την απόλαυση έρχεται το ενδιαφέρον, με το ενδιαφέρον έρχεται η εξειδίκευση, και με την εξειδίκευση έρχεται μια εξάσκηση της γεύσης. «Καλό» φαίνεται τότε με τον καιρό αυτό που στην παραγωγή είναι «ποιοτικό» – δηλαδή αυτό που αντιστοιχεί στα δικά μας πρότυπα ποιότητας. Ισχύει λοιπόν κάτι από αυτό που λένε οι επικριτές του κρασιού στους λάτρεις του, ότι γεύονται πρωτίστως την τιμή. Και έτσι, μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει ήρεμα και για λίγη μεροληψία. Μας αρέσει η Ελλάδα, μας γοητεύει η ιστορία της. Και γι' αυτό σίγουρα δίνουμε διπλή προσοχή όταν κάποιος μας μιλά για μια αρχαία ποικιλία. Και αυτό γίνεται αισθητό σε εμάς και στο ποτήρι. Θα λέγαμε μόνο: όποιος αφεθεί κι αυτός σε αυτό το υπόβαθρο, θα μάθει σύντομα να εκτιμά περισσότερο τα ελληνικά κρασιά. Το blog έχει λοιπόν και τον στόχο να ενημερώνει για οινοποιεία, περιοχές, μεθόδους παραγωγής κ.λπ. – όχι μόνο ως ανεξάρτητο συμπλήρωμα στις κριτικές κρασιού, αλλά και για να δώσει στο μυαλό την τροφή που χρειάζεται, ώστε ο ουρανίσκος να μπορεί, όπως θα λέγαμε, να γευτεί το ανάλογο δυναμικό των ελληνικών κρασιών. Η απόλαυση του κρασιού και η μόρφωση πάνε χέρι-χέρι! :)


Η δική μας κλίμακα


0–3 βαθμοί

Ένα τέτοιο κρασί είναι απαίσιο, ουσιαστικά δεν αναγνωρίζεται καν ως κρασί. Εδώ απειλεί άμεση τροφική δηλητηρίαση. Ακόμη και με τη μεγαλύτερη φιλοξενία, δεν μπορεί να το περάσει κανείς από το στόμα του. Στη γλώσσα του πανεπιστημιακού συστήματος βαθμολόγησης στο οποίο βασιζόμαστε, αυτό σημαίνει: «Fail – no right to reassessment!». Όποιος παρήγαγε κάτι τέτοιο, δεν παίρνει ούτε δεύτερη ευκαιρία.


3,5–6 βαθμοί

Και με αυτό αποτυγχάνει κανείς ακόμη στο πανεπιστήμιο – παίρνει όμως την ευκαιρία να το ξαναδοκιμάσει. Διακρίνεται τουλάχιστον κάποιο ενδιαφέρον για την παραγωγή κρασιού. Ποιος ξέρει, ίσως σε λίγα χρόνια παραχθεί εκεί κάτι πόσιμο. Ένα τέτοιο κρασί θα το άδειαζε κανείς στην ταβέρνα, από ευγένεια, μέχρι τα δύο τρίτα περίπου – αν όμως, αντίθετα με τις προσδοκίες, κερνηθεί κι άλλο γύρο, θα αρχίσει να ψάχνει για κοντινές γλάστρες.


6,5–9 βαθμοί

Σε αυτό το εύρος έχουμε να κάνουμε με ένα μέτριο επιτραπέζιο κρασί ιδιοπαραγωγής, όπως σερβίρεται στις ελληνικές ταβέρνες. Εδώ δεν βρίσκει κανείς μεγάλη απόλαυση – αλλά σίγουρα ένα πόσιμο ποτό. Και ανάλογα με τη διάθεση, είναι κανείς εδώ διατεθειμένος να συγχωρήσει αρκετά – και ξαναπαραγγέλνει ακόμη και μια δεύτερη φορά.


9,5–13 βαθμοί

Εδώ αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται ενδιαφέρον. Κριτικοί όπως η Jancis Robinson χρησιμοποιούν εδώ ακόμη αρκετά αρνητικό λεξιλόγιο. Νομίζουμε όμως ότι εδώ πρέπει να είναι κανείς λίγο πιο διαφοροποιημένος. Αυτό που θεωρείται «καλό» έχει πολλά να κάνει με τις απαιτήσεις, και αυτές πάλι εξαρτώνται σαφώς από το πλαίσιο. (Αυτό το αναγνώρισε σωστά ο Felix Bodmann για την κατηγορία του 75–79 βαθμών.) Κρασιά στο πάνω άκρο αυτού του εύρους μπορούν εκείνη τη στιγμή να ενθουσιάσουν κιόλας. Είναι οι κλασικές απογοητεύσεις της «βαλίτσας των διακοπών»: στις διακοπές το κρασί ήταν τόσο νόστιμο, που έπρεπε οπωσδήποτε να αγοράσει κανείς ένα μικρό πλαστικό δοχείο του. (Γιατί εδώ βρισκόμαστε τις περισσότερες φορές ακόμη έξω από την εμφιάλωση.) Σερβιρισμένο στο σπίτι στους φίλους, δεν προκαλεί μεν αηδιασμένες γκριμάτσες, αλλά μερικά ανασηκωμένα φρύδια. Τι υποτίθεται ότι είναι τόσο σπουδαίο σε αυτό το κρασί, θα ρωτηθεί κανείς. Κάπως φαίνεται να χειροτέρεψε στην πτήση! Εμείς πιστεύουμε: δεν χρειάζεται να ντρέπεται κανείς που απολαμβάνει ένα τέτοιο κρασί και το βρίσκει, στην κατάσταση εκείνη, πολύ κατάλληλο και ευχάριστο. Απλώς για τη διεθνή εξαγωγή λείπει ακόμη το κάτι παραπάνω.


13,5–15 βαθμοί

Σε αυτό το εύρος τα υπάρχοντα συστήματα βαθμολόγησης μάς φαίνονται συχνά δυσνόητα. Με 14 βαθμούς είναι κανείς στην Jancis Robinson ακόμη «θανάσιμα βαρετό», με 16 ήδη «διακεκριμένο». Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μας, είναι ότι οτιδήποτε κάτω από 14 βαθμούς θεωρείται ούτως ή άλλως μη πόσιμο. Εμείς όμως το βλέπουμε κάπως διαφορετικά: για κάτω από 14 βαθμούς δεν χρειάζεται προσβλητικό λεξιλόγιο. Είναι απλώς κάτι που δεν θα συστήναμε σε φίλους στη Γερμανία που αγαπούν το κρασί, ως εισαγωγή στο ελληνικό κρασί. Από τους 14 βαθμούς και πάνω αυτό αλλάζει.


Εδώ ταιριάζει και πάλι εξαιρετικά η αναλογία με το πανεπιστημιακό σύστημα βαθμολόγησης: από 7 βαθμούς περνά μεν κανείς, αλλά για να πάρει στο τέλος των σπουδών τον διεθνώς περιζήτητο τίτλο master, χρειάζεται μέσο όρο τουλάχιστον 13,5 βαθμούς. Κάτω από αυτό, παίρνει κανείς μόνο ένα λιγότερο πολύτιμο δίπλωμα. Έτσι και σε εμάς: ένα κρασί που φτάνει το όριο των 13,5 βαθμών βρίσκεται στο πεδίο του διεθνώς συστηνόμενου. Σίγουρα δεν θα «χρειαστεί» ο καθένας τέτοια κρασιά. Ό,τι όμως στέκεται στο ράφι του σούπερ μάρκετ, μένει εδώ πολύ αξιόπιστα πίσω.


Στο σύστημα των 100 βαθμών βρισκόμαστε, παρεμπιπτόντως, με αυτό το όριο των 13,5 βαθμών κάπου στην περιοχή των 80 βαθμών. Δεν μπορεί να ειπωθεί με απόλυτη ακρίβεια, γιατί οι μετατροπές ανάμεσα στα συστήματα είναι πολύ δύσκολες, αφού δεν είναι γραμμικές και εφαρμόζονται τόσο διαφορετικά. (Εδώ μπορεί κανείς να πειραματιστεί λίγο. Αυτός ο πίνακας του Decanter μάς φαίνεται αρκετά αξιόπιστος.)


Σε λόγια, απονέμουμε εδώ τον χαρακτηρισμό «καλό». Και αυτό είναι τώρα ένα διαφορετικό «καλό» απ' ό,τι στην Ελλάδα με θέα στη θάλασσα, είναι ένα «αρκετά καλό» υπό τα συγκεκριμένα κριτήρια που αναφέραμε.


Έρχεται ακόμη το ζήτημα της τιμής. Γιατί το αν ένα κρασί είναι τελικά πράγματι αξιοσύστατο δεν εξαρτάται μόνο από τις ποιοτικές απαιτήσεις εκείνου στον οποίο θέλει κανείς να συστήσει ελληνικό κρασί. Και ο ενδεχόμενος συνομιλητής θα κρίνει διαφορετικά την αξία ενός κρασιού ανάλογα με την τιμή. Υπάρχουν μάλιστα ολόκληρα συστήματα αξιολόγησης που προσπαθούν να ενσωματώσουν ποιότητα και τιμή. Εδώ, στο κάτω άκρο της κλίμακας σύστασής μας, η Ελλάδα δεν ξεχωρίζει ακριβώς για ιδιαίτερα προσιτά κρασιά. Λείπουν γι' αυτό – εκτός από λίγες εξαιρέσεις – απλώς οι εκτάσεις παραγωγής και, στην πλειονότητα, και τα δίκτυα διανομής. Σε επίπεδο σούπερ μάρκετ δεν βρίσκει λοιπόν κανείς εύκολα τέτοια κρασιά στη Γερμανία ως τελικός καταναλωτής. Πρέπει να υπολογίζει κανείς περίπου 10 ευρώ τη φιάλη. Οτιδήποτε κάτω από αυτό είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.


15,5–16 βαθμοί

Με 16 βαθμούς φτάνουμε σε κρασιά που ονομάζουμε «πολύ καλά» (όπως συμβαίνει και στον Weinwisser του René Gabriel). Στο σύστημα των 100 βαθμών αυτό αντιστοιχεί σχεδόν ακριβώς στους 85–89 βαθμούς. Ακριβώς σε αυτό το εύρος έχει σημειωθεί, κατά τη γνώμη μας, η ίσως πιο ευχάριστη εξέλιξη στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Κρασιά σε αυτό το εύρος κοστίζουν κανονικά 10–15 ευρώ, και αυτό μας φαίνεται επίσης πολύ λογικό.


16,5–17 βαθμοί

Με 17 βαθμούς φτάνει κανείς πάλι σε ένα νέο επίπεδο. Στο πανεπιστήμιο, ο τίτλος master απονέμεται τώρα «with distinction». Μεταφρασμένο σε γερμανικούς σχολικούς βαθμούς, βρισκόμαστε τώρα ήδη σαφώς πιο κοντά στο άριστα παρά στο πολύ καλά. Και στον Parker, ένα τέτοιο κρασί θα είχε πια σπάσει το μαγικό όριο των 90 βαθμών.


Λέμε ότι ένα τέτοιο κρασί είναι «εξαιρετικό». Πρόκειται τώρα για κρασιά που μπορεί κανείς να σερβίρει με σιγουριά (τυφλά) ακόμη και σε πολύ απαιτητικούς συνδαιτυμόνες. Μεγάλη διασκέδαση στο μαντέψιμο είναι εγγυημένη! Και η αποκάλυψη δεν θα φέρει απογοήτευση. Εδώ δεν μπορεί κανείς πραγματικά να κάνει λάθος, εκτός κι αν πίνει έτσι κι αλλιώς μόνο συγκεκριμένα κρασιά από τη Μοζέλα.

Και η ελληνική πολιτική τιμών αρχίζει σιγά σιγά να μας αρέσει όλο και περισσότερο: γιατί εδώ δεν ξεπερνάμε ακόμη καθόλου τα 15 ευρώ. Και υπάρχουν καμιά φορά ακόμη και εκπληκτικές εκδρομές προς τα κάτω!


17,5–18 βαθμοί

Αυτό είναι τώρα, σε γερμανικούς σχολικούς βαθμούς, το καθαρό 1 – ο άριστος βαθμός. Και όποιος προτιμά να σκέφτεται στο σύστημα των 100, μπορεί άνετα να υπολογίσει εδώ 95 βαθμούς. Ο Felix Bodmann περιγράφει τέτοια κρασιά (στη δική του κλίμακα: 95–99) ως εξής:

«Μεγάλα κρασιά. Είναι κρασιά που στην αρχή είναι τέλεια, και κάπου στην πορεία της απόλαυσης εμφανίζεται ένα ελάχιστο έλλειμμα, που φαίνεται να καθιστά αδύνατο το 100. Μετά από αυτή τη στιγμή σκέψης, πρέπει αμέσως να τηλεφωνήσω σε κάποιον και να του μιλήσω γι' αυτό το κρασί (αν δεν έχω κανέναν να το μοιραστώ). Συμβαίνει τόσο σπάνια, που θα δώσω ακριβή περιγραφή την επόμενη φορά που θα ξανασυμβεί.»

Το «τέλεια στην αρχή» το πετυχαίνει μάλλον αρκετά καλά. Χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για κάποιο ελάττωμα που τελικά εμφανίζεται. Για εμάς πρόκειται μάλλον για τη διαπίστωση ότι άλλα κρασιά θα μπορούσαν να μας ενθουσιάσουν ακόμη περισσότερο, ότι στη σχετική σύγκριση υπάρχει, ή τουλάχιστον θα μπορούσε να υπάρχει, ένα «ακόμη καλύτερο». Το να μιλάει κανείς απλώς για «a cut above superior» μετά το «superior» στους 17, όπως κάνει η Jancis Robinson, μας φαίνεται λίγο άτολμο. Το ότι ο Weinwisser ξαναβγάζει μάλιστα στη μέση τον χαρακτηρισμό «υπερμέσος» και τον αναβαθμίζει με το επίρρημα «κατά πολύ», μάς φαίνεται μάλλον οπισθοδρόμηση. Ένα 1,0 είναι καθαρό 1 στο απολυτήριο, ανεξάρτητα από το αν μάζεψε κανείς λίγους βαθμούς παραπάνω ή αν ήταν ακριβώς στο όριο. Για εμάς λοιπόν τέτοια κρασιά είναι απλώς «υπέροχα». Υπάρχει κάτι ακόμη πάνω από αυτό, αλλά αυτό είναι πια για nerds.

Όποιος έστω και λίγο ενδιαφέρεται για κρασί, θα πρέπει εδώ να χτυπήσει. Τα καλά νέα: τέτοια ελληνικά κρασιά βρίσκει κανείς συχνά για 15–25 ευρώ.


18,5–20 βαθμοί

Τώρα ο αέρας γίνεται πραγματικά αραιός. Τόσους βαθμούς δεν είχε κανείς στη γενιά μας στο πανεπιστήμιο της Σκωτίας. Κρασιά σε αυτό το εύρος είναι απλώς «εκπληκτικά». Παρ' όλα αυτά έχουμε εδώ ακόμη – ίσως το προσέξουν κάποιοι – ένα αρκετά ευρύ φάσμα βαθμών, κάτι που ξεχωρίζει ειδικά απέναντι στο σύστημα των 100. Θέλουμε όμως και συνειδητά να απομακρυνθούμε από αυτή την εμμονή με το καθαρό 100, το οποίο δύσκολα μπορεί να διαχωριστεί «αντικειμενικά» από το 99 (δείτε και εδώ).


Για εμάς αυτό είναι το εύρος στο οποίο απλώς όλα ταιριάζουν. Στο οποίο δεν μπορούμε πια ουσιαστικά να σκεφτούμε καν μια «βελτίωση» του κρασιού. Και παρ' όλα αυτά ενθουσιαζόμαστε εδώ σε διαφορετικό βαθμό. Θέλουμε να μπορούμε να εκφράζουμε αυτές τις διακυμάνσεις στον ενθουσιασμό, χωρίς όμως να ρίχνουμε σκιά στον αναμφισβήτητα δικαιολογημένο χαρακτηρισμό τέτοιων εξαιρετικών κρασιών. Η κατάταξη κατά το πρότυπο του πανεπιστημιακού συστήματος βαθμολόγησης μάς το επιτρέπει ακριβώς αυτό. Και επιπλέον γλιτώνουμε έτσι τον 21ο βαθμό, τον οποίο ο René Gabriel εισήγαγε τελικά για τον Weinwisser


Το υπέροχο είναι ότι, με λίγες εξαιρέσεις (π.χ. από τη Σαντορίνη, με εξωφρενικά χαμηλές αποδόσεις), τέτοια κρασιά παραμένουν ακόμη πολύ προσιτά. Δεν είναι σπάνιο να τα βρει κανείς για 25 ευρώ. Πρέπει βέβαια να αντιμετωπίζει κανείς τα στατιστικά στοιχεία εδώ γενικά με επιφύλαξη, γιατί τα κρασιά αυτής της κατηγορίας είναι συνολικά πολύ σπάνια. Είμαστε πράγματι πολύ θετικά διακείμενοι απέναντι στο ελληνικό κρασί και βαθμολογούμε στο εύρος έως τους 18 βαθμούς αρκετά υψηλότερα απ' ό,τι συμβαίνει σε καθιερωμένα περιοδικά. Σε αυτά όμως τα αραιά ύψη είμαστε και εμείς πολύ επιφυλακτικοί – ακριβώς επειδή σεβόμαστε τόσο πολύ την ελληνική αμπελουργία.


Γιατί όποιος την κρίνει δίκαια, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει φτάσει ακόμη την κορυφή της. Αυτό οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο μέχρι τώρα ελλείπον διεθνές ενδιαφέρον, όπως υποστήριξε πειστικά πρόσφατα ο Γιάννης Καρακάσης – ή αντίστοιχα και στην έλλειψη ελληνικού ενδιαφέροντος για την κατάκτηση διεθνών αγορών. Αυτό όμως έχει να κάνει και πολύ βασικά με το πόσο νέα είναι γενικά ακόμη η ποιοτική αμπελουργία στην Ελλάδα.


Ας πάρουμε ως παράδειγμα το κτήμα (στα γερμανικά) που παρουσιάσαμε πρόσφατα εδώ, του Ευάγγελου Γεροβασιλείου. Ερυθρές ελληνικές ποικιλίες φυτεύτηκαν εκεί μόλις τη δεκαετία του 1990. Το χαρμάνι Άβατον από αυτόχθονες ποικιλίες αναπτύχθηκε τότε μόνο πολύ σταδιακά (ο Γεροβασιλείου μιλάει εκτενώς γι' αυτό εδώ). Στην αρχή επρόκειτο απλώς να καλλιεργηθεί επιτυχώς η ποικιλία Λημνιό, η οποία βρίσκεται στο κέντρο. Σε αυτό ανήκουν και αναποδιές και επαναφυτεύσεις. Επιπλέον, η κορυφαία ποιότητα μπορεί ούτως ή άλλως να αναμένεται μόνο από μια ορισμένη ηλικία των κλημάτων και μετά. Η σωστή αναλογία ανάμεσα στους εταίρους του χαρμανιού απαιτεί χρόνο – ακόμη και η ίδια η επιλογή συνδέεται με πολλά πειράματα, αφού δεν μπορεί κανείς να στηριχθεί απλώς στην εμπειρία άλλων οινοποιών. Και τα πειράματα εξελίσσονται σε ετήσιους κύκλους, οπότε πρέπει κανείς να περιορίζεται κάθε χρόνο σε ελάχιστες μόνο ρυθμίσεις. (Και καμιά φορά μπαίνει στη μέση και ο καιρός.) Και μετά χρειάζονται ακόμη μερικά χρόνια, ώσπου το κρασί να φτάσει στην κορύφωση της ωριμότητάς του.


Με άλλα λόγια: πολλά ελληνικά κρασιά, που ήδη θεωρούμε εξαιρετικά ή ακόμη και υπέροχα, έχουν πιθανότατα το δυναμικό να προχωρήσουν σε αυτό το εύρος του «καλύτερο από το καθαρό άριστα». Χρειάζονται απλώς λίγο ακόμη χρόνο. Και το ενδιαφέρον μας.


 
 
 

Σχόλια


bottom of page