Τέσσερα μπουκάλια Μπουτάρη κι ένας ατίθασος φελλός

Τον Οκτώβριο του 2026 είχα μπροστά μου τέσσερα κόκκινα κρασιά της Μπουτάρη, δύο ζεύγη μέσα από τις δεκαετίες. Το Grande Reserve Naoussa 2013 και 1993, αμφότερα μονοποικιλιακό Ξινόμαυρο, με είκοσι χρόνια διαφορά. Και το Cava Boutari 2020 και 1976, με 44 χρόνια διαφορά και επιπλέον από δύο εποχές της συνταγής, για την οποία περισσότερα παρακάτω. Τα δύο νεαρά κρασιά τα αγόρασα από το εμπόριο, τα δύο παλιά σε δημοπρασία. Προχωρώ από το νεότερο προς το παλαιότερο, η σύγκριση βρίσκεται κάθε φορά στο παλαιότερο κρασί.

Cava Boutari 2020
Το **Cava Boutari 2020** φέρει μια ονομασία που στην Ελλάδα δεν αποτελεί δήλωση στυλ, αλλά παραδοσιακά σημαίνει ένα παλαιωμένο κρασί. Στη Μπουτάρη το Cava τοποθετείται μία βαθμίδα κάτω από το Grande Reserve. Στο 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία του εμπορίου, περιέχονται Ξινόμαυρο, Cabernet Sauvignon, Merlot και Syrah, οι ακριβείς αναλογίες για τη συγκεκριμένη χρονιά δεν είναι γνωστές. Οι διεθνείς ποικιλίες εξηγούν και την κατάταξη ως ΠΓΕ Μακεδονία, καθώς η ΠΟΠ Νάουσα απαιτεί μονοποικιλιακό Ξινόμαυρο. Το κρασί έχει 13,5 % αλκοόλ και έχει ωριμάσει σε δρύινο βαρέλι.
Η σειρά έχει ιστορία. Ο Δημήτρης Κουμάνης την ανασυνέθεσε το 2019 για το Heteroclito: ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με Ξινόμαυρο και Αγιωργίτικο, το 1986 προστέθηκε η Μανδηλαριά, το 1992 το Cabernet Sauvignon, το 2000 το Syrah. Τη δεκαετία του 1980 εμφιαλώνονταν έως και 600.000 φιάλες, με σημαντικό ρόλο για την ελληνική διασπορά. Κριτική βαθμολογία για το 2020 δεν βρήκα, η προσδοκία λοιπόν στηρίζεται στη σειρά και στη χρονιά. Το 2020 ήταν στην Ελλάδα συνολικά πάνω από τον μέσο όρο, βαθμολογώ τη χρονιά με 8 στα 10, σαφώς πάνω από τη διάμεσο του 6,5 για τα έτη 2000-2025. Ο Κουμάνης στην κάθετη γευσιγνωσία του Cava από το 1976 έως το 2013 δεν έδωσε βαθμούς, αναγνώρισε όμως στο 1990 δομή και πολυπλοκότητα και στο 2012 δυναμική.
Στο ποτήρι λοιπόν: στη μύτη λίγο βύσσινο, μια ιδέα κακάο. Στο στόμα μια αξιοπρεπής οξύτητα, μαζί ελιά και μια αρκετά πικρή επίγευση. Το σύνολο δεν δένει μεν όμορφα, προσφέρονται όμως σχετικά πολλά και διαφορετικά πράγματα. Για μένα αυτό σημαίνει 86 βαθμούς, με περίπου 12 ευρώ στην Ελλάδα ένα δίκαιο αντίκρισμα.
Grande Reserve Naoussa 2013
Το **Grande Reserve Naoussa 2013** δεν είναι για τη Μπουτάρη κρασί καθημερινότητας. Ανήκει στις premium εμφιαλώσεις του οίκου, σαφώς πάνω από το απλό Naoussa. Το Wine & Spirits χαρακτήρισε τη σειρά τον Αύγουστο του 2013, υπό τον τίτλο «The New Naoussa», ναυαρχίδα της εποχής και καθοριστική για το στυλ της ονομασίας. Στο ποτήρι βρίσκονται 100 % Ξινόμαυρο από την ΠΟΠ Νάουσα και 12,5 % αλκοόλ. Ο προσδιορισμός Grande Reserve δηλώνει τη μακρά παλαίωση: 24 μήνες σε γαλλική δρυ και άλλους 24 μήνες στη φιάλη, συνολικά τέσσερα χρόνια, όπως απαιτεί η σημερινή προδιαγραφή για αυτή την ονομασία. Από το 1984 ο Δρ Γιάννης Βογιατζής σφραγίζει την οινολογία του οίκου που ιδρύθηκε το 1879 από τον Ιωάννη Μπουτάρη.
Η προσδοκία ήταν υψηλή. Το 2013 ήταν στη Νάουσα μια δυνατή κόκκινη χρονιά, επίσης 8 στα 10. Το Wine & Spirits έδωσε στο 2013 στα τέλη του 2020 94 βαθμούς και το περιέγραψε συμπυκνωμένο και γεμάτο ένταση, με ώριμες, ελάχιστα στυφές τανίνες. Ο Robert K. Stephen σημείωσε τον Νοέμβριο του 2019 στο blog του Set the Bar 85 βαθμούς, θεώρησε το κρασί υπερβολικά τανικό και πρόωρα διατεθειμένο στην αγορά και συνέστησε αναμονή τουλάχιστον έως το 2024. Στο Balkans International Wine Competition 2026 πήρε 89 βαθμούς και χρυσό. Στα δεκατρία του χρόνια, λοιπόν, αυτό το κρασί θα έπρεπε να βρίσκεται στο μέσον του παραθύρου κατανάλωσης.
Το δικό μου πόρισμα ήταν διαφορετικό. Στη μύτη αρκετό toffee, μαζί λίγο σύκο. Στο στόμα μια αξιοπρεπής τανίνη, που όμως πράγματι υποχωρεί μάλλον πίσω από την οξύτητα. Στην πρώτη γουλιά μια ωραία ντομάτα, έπειτα όμως πολύς καπνός και λίγο φρούτο. Ένα κρασί που μοιάζει στην πραγματικότητα να έχει ήδη περάσει το ζενίθ του. Για μένα μόνο 85 βαθμοί, κι αυτό είναι λίγο για ένα τέτοιο κρασί. Έτσι δεν πείθεις κανέναν για το Ξινόμαυρο. Κοστίζει περίπου 20 ευρώ στην Ελλάδα. Το Cava 2020 βρίσκεται έτσι έναν βαθμό πάνω του, κοστίζοντας περίπου 8 ευρώ λιγότερα στην Ελλάδα. Στον οίκο μάλλον το είχαν σχεδιάσει αλλιώς.
Grande Reserve Naoussa 1993
Το **Grande Reserve Naoussa 1993** είναι επίσης μονοποικιλιακό Ξινόμαυρο, με 13 % αλκοόλ, τότε ακόμη ταξινομημένο ως ΟΠΑΠ, σήμερα θα ήταν ΠΟΠ Νάουσα. Η χρονιά προέρχεται ακόμη από την εποχή πριν από το 1996, όταν ο Γιάννης Μπουτάρης αποχώρησε από την οικογενειακή επιχείρηση και αργότερα χάραξε τον δικό του δρόμο με το Κυρ-Γιάννη. Ακριβώς αυτό το 1993 παρουσίασε η Μπουτάρη τον Φεβρουάριο του 2013 στο Λονδίνο στο Circle of Wine Writers, μια παρουσίαση που ο οίκος οργάνωσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Λαζαράκη MW. Η δική μου φιάλη προέρχεται από δημοπρασία.
Η προσδοκία είναι υψηλή, υψηλότερη από κάθε άλλο κρασί αυτής της γευσιγνωσίας. Ο Mark Squires έδωσε στο 1993 το 2016 στο Wine Advocate 92 βαθμούς, στην ίδια σειρά το 1990 έφτασε τους 93. Ο Simon Woolf το χαρακτήρισε το 2015 στο TimAtkin.com εξαιρετικό παράδειγμα ωρίμασης με διατηρημένο φρούτο. Ο Richard Hemming MW το περιέγραψε το 2013 για το JancisRobinson.com σαφώς τριτογενές, η Hayley Hamilton Cogill έκανε το 2012 στο D Magazine τη σύγκριση με ένα ώριμο Barolo. Μόνο ο Alder Yarrow παρέμεινε το 2011 στο Vinography πιο συγκρατημένος, με περίπου 8 στα 10 και μια τανίνη που ήδη στέγνωνε.
Στο ποτήρι ήταν, σε σύγκριση με το 2013, όχι πια τόσο αδιαφανές και έδειχνε ήδη ελαφρώς καφετιές ανταύγειες. Στη μύτη όμως ακόμη εκπληκτικά φρέσκο: σίγουρα αρκετές νότες δασικού υποστρώματος, μαζί ακόμη λίγη ντομάτα και λεβάντα, αρκετή λεβάντα μάλιστα. Στο στόμα η δομή έπεισε πράγματι όπως και στο 2013, η τανίνη είναι σφιχτή και δεν έχει χάσει τίποτα. Μαζί ένα πολύ καλό παιχνίδι οξύτητας και γλύκας, σαν καφές στην επίγευση. Την τανίνη που στεγνώνει, όπως την περιέγραψε ο Yarrow το 2011, δεν την ξαναβρήκα στο ποτήρι μου, άλλη φιάλη, δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Για μένα αυτό σημαίνει 87 βαθμούς, μετά από 33 χρόνια πολύ αξιοσημείωτο, το καλύτερο κρασί αυτής της γευσιγνωσίας και συγχρόνως η υψηλότερη βαθμολογία μου για ένα Grande Reserve γενικώς. Το 1987 έφτασε το 2024 στη Masterclass Ξινόμαυρου (στα γερμανικά) με προβλήματα φελλού μόνο στους 84, το 2013 μένει στους 85. Το ότι ο κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερος αδελφός δείχνει φρεσκότερος από τον νεότερο είναι η πραγματική ιστορία αυτού του ζεύγους.
Cava Boutari 1976
Το **Cava Boutari 1976** είναι το παλαιότερο ελληνικό κρασί στις σημειώσεις μου. Μέχρι τώρα τη θέση αυτή κρατούσε το Cavino Nemea 1978, που το 2023, στα 45 του χρόνια, το είχα καταγράψει με 90 βαθμούς. Αυτή η φιάλη ήταν περίπου 50 ετών και επίσης αγορασμένη σε δημοπρασία. Όταν γεννιόταν το κρασί, τον οίκο διηύθυναν ο Γιάννης και ο Κωνσταντίνος Μπουτάρης, που τον είχαν αναλάβει το 1968, το οινοποιείο στη Στενήμαχο ήρθε μόλις το 1978. Η σειρά Cava κυκλοφορούσε στο εμπόριο το αργότερο από το 1974, και ότι ήταν τότε η ανώτερη σειρά το δείχνει μια σύγκριση τιμών από εκείνη τη χρονιά: 90 δραχμές για το Cava, 40 για το απλό Boutari. Σήμερα αυτό έχει αντιστραφεί, το Cava βρίσκεται χαμηλά στις ετικέτες του οίκου, κάτω από το Grande Reserve και το 1879 Legacy. Κορυφαίο κρασί για παλαίωση δεκαετιών, λοιπόν, δεν υπήρξε ποτέ. Οι ποικιλίες δεν τεκμηριώνονται με βεβαιότητα για το 1976, σύμφωνα με την πρώιμη συνταγή πρόκειται πιθανότατα για Ξινόμαυρο και Αγιωργίτικο, με 11,5 % αλκοόλ.
Για το 1976 δεν διαθέτω ελληνική βαθμολογία χρονιάς, η προσδοκία τροφοδοτείται λοιπόν από την ηλικία και από μια ξένη γευσιγνωσία. Ο Κουμάνης ανέδειξε το 1976 στην κάθετη γευσιγνωσία του το 2019 ως μία από τις ιδιαίτερες χρονιές: εκπληκτικά ζωντανό, μάλλον συγκρατημένη μύτη, κομψά ωριμασμένο στόμα. Είχε όμως αερίσει τις φιάλες του περίπου δύο ώρες και τις ξαναδοκίμασε μετά από 24 και 48 ώρες, με θετική εξέλιξη.
Στη δική μου φιάλη τα πράγματα ξεκίνησαν ήδη από τον φελλό: όχι πια πολύ ευπαρουσίαστος, αρκετά συρρικνωμένος, ήταν ολόκληρη τέχνη να τον βγάλω καν. Στο ποτήρι ένα αρκετά καφετί χρώμα. Η μύτη έπειτα, σε αντίθεση με τον Κουμάνη, εκπληκτικά αρωματική, πάρα πολλά γλυκά σύκα, σχεδόν υπερβολικά εκφραστική. Στο στόμα όμως μια αρκετά δυσάρεστη οξύτητα, μια πλαδαρή, σαν πάστα επίγευση, μια πλαδαρή, σαν πάστα μετάγευση. Κρίμα. Για μένα αυτό σημαίνει πλέον μόνο 70 βαθμούς. Το κρασί έχει ήδη προσπεράσει αρκετά το απόγειό του, δεν είναι ότι μόλις τώρα έγειρε. Αλλά τι παραπάνω να περιμένει κανείς μετά από 50 χρόνια από ένα τέτοιο κρασί;
Η ματιά προς το Cava 2020 είναι διαφωτιστική, απαιτεί όμως προσοχή. Εκεί μια αξιοπρεπής οξύτητα, εδώ μια δυσάρεστη· εκεί μια αρκετά πικρή επίγευση, εδώ μια πλαδαρή, σαν πάστα· εκεί βύσσινο και κακάο, εδώ γλυκά σύκα. Ανάμεσα στα δύο μεσολαβούν άλλωστε 44 χρόνια και δύο εποχές της συνταγής: το 1976 πιθανότατα Ξινόμαυρο με Αγιωργίτικο, το 2020 Ξινόμαυρο με Cabernet Sauvignon, Merlot και Syrah. Ένα μέρος της διαφοράς είναι η παλαίωση, ένα άλλο μέρος είναι απλούστατα ένα άλλο κρασί.
Τι δείχνουν τα δύο ζεύγη
Στο Grande Reserve το 1993 κρατά τη δομή του 2013 και προσθέτει από πάνω φρεσκάδα. Ήταν με 87 βαθμούς το καλύτερο κρασί της γευσιγνωσίας, ενώ το 2013, με πολύ καπνό και λίγο φρούτο, έδειχνε πιο κουρασμένο από τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερο αδελφό του. Στο Cava συναντιούνται στο 1976 η ηλικία, η αλλαγμένη συνταγή και ένας συρρικνωμένος φελλός, και το ποιο από αυτά ευθύνεται πόσο δεν μπορεί να διαχωριστεί σε μία και μόνη φιάλη. Το ότι το φθηνότερο Cava 2020 ξεπερνά τελικά το Grande Reserve 2013 κατά έναν βαθμό είναι η μικρή ειρωνεία στο περιθώριο αυτής της γευσιγνωσίας.
Όποιος θέλει να ενημερώνεται για μελλοντικές γευσιγνωσίες σαν αυτή, μπορεί να εγγραφεί εδώ στο newsletter του griechische-weine.info.



Σχόλια