Λημνιό – από τον Αριστοτέλη στην ελληνική οινική επανάσταση
- Griechische Weine

- πριν από 2 ημέρες
- διαβάστηκε 11 λεπτά
Ποια ελληνική ερυθρή ποικιλία βρίσκεται άραγε στις περισσότερες φιάλες της συλλογής μου; Όχι, δεν είναι το Ξινόμαυρο (στα γερμανικά) – αυτό το έχω κατά κύριο λόγο μονοποικιλιακό, γεγονός που περιορίζει τον αριθμό των φιαλών. Όχι, ούτε το Αγιωργίτικο (στα γερμανικά), που χρησιμοποιείται συχνά και ως εταίρος σε χαρμάνια – τότε όμως μάλλον σε χαρμάνια με διεθνείς ποικιλίες, συνήθως ως μικρή προσθήκη σε μπορντολέζικα χαρμάνια με Cabernet Sauvignon και Merlot. (Για το πώς είναι μονοποικιλιακό, δείτε τον οδηγό μας για το Αγιωργίτικο.) Ο λόγος εδώ είναι μάλλον για το Λημνιό (να μη συγχέεται με τη Λημνιώνα), μια ποικιλία με ευρύτατη διάδοση, που όμως παραμένει αφανής μέσα σε πολλές φιάλες.
Το Λημνιό κατάγεται από τη Λήμνο, στο βορειοανατολικό Αιγαίο, όπου παραδοσιακά είναι γνωστό με το τοπικό όνομα Καλαμπάκι – ονομασία που προέρχεται από τα άγονα, ξηρά υψώματα στα οποία καλλιεργούνταν. Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να αναγνωρίσει κανείς σε αυτό την αρχαία λημνία άμπελο – το κλήμα που ο Αριστοτέλης περιέγραψε ως ιδιαιτερότητα της Λήμνου και που θα μπορούσε έτσι να θεωρηθεί η αρχαιότερη ποικιλία που καλλιεργείται ακόμη και σήμερα. Το κρασί της Λήμνου εξυμνείται βέβαια ήδη στον Όμηρο και τον Ησίοδο, όμως την ίδια την ποικιλία αυτές οι πρώιμες πηγές δεν την κατονομάζουν – πρώτος ο Αριστοτέλης κατονομάζει την ίδια την ποικιλία. Αυτό καθιστά το Λημνιό μία από τις πιο φορτισμένες πολιτισμικά και ιστορικά ποικιλίες της Ελλάδας. Ποσοτικά όμως η εικόνα είναι πενιχρή: στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν ακόμη φυτεμένα πανελλαδικά 371 εκτάρια με Λημνιό, ενώ ως το 1999 η έκταση συρρικνώθηκε στα 122 εκτάρια. Ακόμη και στο νησί της καταγωγής του το Λημνιό είναι σήμερα περιθωριακό φαινόμενο: το 1947 υπήρχαν εκεί ακόμη 7.000 στρέμματα Λημνιό έναντι 5.000 στρεμμάτων Μοσχάτο Αλεξανδρείας. Στο μεταξύ η σχέση έχει αντιστραφεί: 7.000 στρέμματα Μοσχάτο, μόλις γύρω στα 400 στρέμματα Λημνιό. Η ποικιλία εκτοπίστηκε απλώς από το πιο παραγωγικό Μοσχάτο Αλεξανδρείας.
Το κέντρο βάρους βρίσκεται σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα. Σημαντικότερες ονομασίες προέλευσης είναι η ΠΟΠ Λήμνος (μονοποικιλιακό) και η ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα στη Σιθωνία της Χαλκιδικής, όπου ο ερυθρός οίνος ΠΟΠ αποτελείται από 70% Λημνιό και 30% Cabernet Sauvignon ή Cabernet Franc. Πέρα από αυτά, το Λημνιό απαντά στις ζώνες ΠΓΕ Χαλκιδική, Άγιον Όρος και Ίσμαρος/Μαρώνεια στη Θράκη – και βέβαια ως εταίρος σε αμέτρητα χαρμάνια από τη Μακεδονία.
Στο ποτήρι το Λημνιό δεν είναι διόλου ο τυπικός σκούρος, ογκώδης μεσογειακός ερυθρός. Το χρώμα είναι μάλλον μέτριο, η αρωματική εικόνα σφραγίζεται από φρέσκα κόκκινα μούρα και αρωματικά βότανα, οι τανίνες είναι μεταξένιες, η οξύτητα μεσαία, το αλκοόλ μάλλον αυξημένο. Οινοποιημένο μονοποικιλιακά δίνει συχνά εκπληκτικά κομψά κρασιά· στα χαρμάνια το Λημνιό προσδίδει φρεσκάδα, περίγραμμα και σαφήνεια.
Σε δοκιμή σχεδόν ακριβώς πριν από έναν χρόνο, τον Απρίλιο του 2025, θελήσαμε να διερευνήσουμε γευστικά από πιο κοντά το Λημνιό στους διάφορους συνδυασμούς του και ανοίξαμε γι' αυτό ένα ευρύ φάσμα κρασιών και χρονιών.
Το νεότερο κρασί της δοκιμής ήταν το Άβατον 2021 από το Κτήμα Γεροβασιλείου (ΠΓΕ Επανομή, 14,5% vol). Το χαρμάνι αποτελείται κατά κύριο λόγο από Λημνιό, με μικρότερα ποσοστά Μαυροτράγανου και Μαυρουδιού. Το Μαυροτράγανο κάνει τελευταία καριέρα και πέρα από τη Σαντορίνη. Το Μαυρούδι είναι σημαντική, αν και γενετικά συχνά πολύ ασαφής ποικιλία στη Βόρεια Ελλάδα. Η σημασία της ποικιλίας Λημνιό για τον Ευάγγελο Γεροβασιλείου γίνεται σαφής αν αναλογιστεί κανείς ότι ο οινοποιός την επέλεξε ως το ερυθρό αντίστοιχο της Μαλαγουζιάς που ο ίδιος διέσωσε – ακόμη κι αν η φιάλη ίδιου σχήματος, στην ερυθρή της εκδοχή, δεν γεμίζει με μονοποικιλιακό κρασί. Στη μύτη, άφθονα σκούρα μούρα, αλλά και πολλά μπαχαρικά και βότανα, μαζί με λίγο κεράσι και μια νότα κακάο. Στον ουρανίσκο, το κρασί παρουσιάζει μάλλον συγκρατημένη τανίνη στο εμπρόσθιο τμήμα του στόματος. Όλη η δράση εκτυλίσσεται στο πίσω μέρος του ουρανίσκου. Εκεί αναδύονται μερικές αρκετά πράσινες νότες καθώς και κάποια πικράδα που προς το παρόν ενοχλεί αρκετά. Στην επίγευση ωστόσο το κρασί είναι αρκετά λεπτεπίλεπτο – αναδύονται και ορισμένα αιθέρια και λουλουδάτα αρώματα. 92 βαθμοί – αλλά οπωσδήποτε αφήστε το να ωριμάσει για αρκετά ακόμη χρόνια. Δείχνει ακόμη πολύ νέο. Θα βγει κάτι περισσότερο από αυτό;

Γενικά είμαι κάπως επιφυλακτικός με τις νεαρές χρονιές του Άβατον. Μου φαίνεται ότι ενδέχεται να υπάρχει εδώ τάση παρόμοια με αυτήν που μας έχει συνηθίσει ο Γεροβασιλείου στα Syrah του ή στα κρασιά με βάση το Syrah: υπερβολικά πολλές αιχμηρές πράσινες νότες που απαιτούν σημαντική ωρίμανση και καθιστούν δύσκολο να πετύχει κανείς την ιδανική στιγμή. Ορισμένες φορές τα κρασιά ξεπερνούν το απόγειό τους πριν αποβάλουν την ατίθαση νεανικότητά τους.
Ένα επιπλέον στοιχείο: σε ξεχωριστή δοκιμή τον Δεκέμβριο του 2025 είχα στο ποτήρι μου το Άβατον 2020 (14% vol), το οποίο πίνεται πολύ εύκολα και χαρακτηριζόταν από άφθονο νουγκά – αρωματικά πιο στρογγυλό από το 2021, αλλά επίσης ακόμη στους «μόλις» 92+ βαθμούς, επειδή η τανίνη εξακολουθεί να είναι πολύ εμφανής.

Ως μελέτη περίπτωσης, το Άβατον 2017 (επίσης 14,5% vol) λειτουργεί μάλλον ως αντεπιχείρημα στη θέση ότι ο 2021 θα δώσει κάτι πολύ περισσότερο. Το είχαμε δοκιμάσει τελευταία φορά το 2021 και τότε, στην τρυφερή ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, το είχαμε ήδη βαθμολογήσει με 94 βαθμούς. Εκείνη την εποχή παρουσίαζε υπέροχα καθαρά κόκκινα φρούτα στη μύτη, με υπόστρωμα διακριτικών νοτών φασκόμηλου. Στον ουρανίσκο ερχόταν να προστεθεί ευδιάκριτο νουγκά, ενταγμένο σε υπέροχα λεπτές τανίνες που δεν παρέκκλιναν ούτε προς υπερβολικά μεταξένια υφή ούτε προς κάτι πολτώδες. Κρασί που πινόταν φανταστικά – μόνο στην επίγευση κυριαρχούσε το αλκοόλ μια ιδέα παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη δοκιμή την άνοιξη του 2025, το κρασί είχε αλλάξει εκπληκτικά πολύ. Οι τότε τόσο ελκυστικές νότες νουγκά έχουν σε μεγάλο βαθμό διαλυθεί. Η μύτη είναι πλέον πολύ πιο στενά εστιασμένη σε κόκκινα φρούτα, με κάποιες φυτικές νότες όπως παντζάρι και ελαφρώς πικρές αποχρώσεις ξύσματος πορτοκαλιού ή κουμκουάτ. Στον ουρανίσκο ξεχωρίζει μια ακραία συγκέντρωση αρωμάτων ευκαλύπτου, όπως σπάνια έχω συναντήσει σε ελληνικά κρασιά – θα σκεφτόταν κανείς μάλλον ένα Cabernet από την Αυστραλία. Συνολικά σαφώς λιγότερο επιθετικό από το 2021, ωστόσο ούτε πια τόσο λεπτεπίλεπτο όσο κατά την πρώτη γνωριμία. Το αλκοόλ παραμένει σχετικά αισθητό. Τελικά 92 βαθμοί – το κρασί δεν εξελίχθηκε προς την κατεύθυνση που ελπίζαμε.

Ωστόσο: αρκετές ημέρες μετά τη δοκιμή ξαναδοκίμασα, για να δω πώς εξελίσσονται τα κρασιά με το οξυγόνο. Στο 2017 το νουγκά όντως επιστρέφει με πολύ αέρα. Εμφανίζει όμως γρήγορα οξειδωτικές νότες και γίνεται σύντομα η κατώτερη επιλογή – πέφτει στους 90 βαθμούς. Το Άβατον 2021 αντιθέτως δεν είναι πια τόσο αυστηρό και απαιτητικό. Δείχνει την άρκευθό του, το βατόμουρό του, την καλή δομή του. Υπάρχει λοιπόν σίγουρα λόγος να ελπίζουμε ότι σε μερικά χρόνια θα ανέβει στους 93 ή 94 βαθμούς.
Το Κτήμα Γεροβασιλείου Red 2019 (ΠΓΕ Επανομή, 14,5% vol) είναι το βασικό ερυθρό του κτήματος – και εδώ κυριαρχεί το Syrah. Το Λημνιό, μαζί με το Merlot, συμμετέχει με μικρότερο μόνο ποσοστό, περίπου 20% το καθένα. Μήπως συναντάμε εδώ το πρόβλημα που μόλις επισημάναμε, και μάλιστα εις διπλούν; Αλλά – τι υπέροχη, λεπτεπίλεπτη μύτη. Λεπτεπίλεπτη και ταυτόχρονα πολύ πυκνά καλυμμένη με πλήθος διαφορετικών φρούτων, ανάμεσά τους και λίγη φράουλα, και λίγα αρώματα από αποξηραμένα άνθη αγριοτριανταφυλλιάς. Όλα όμως ακόμη πολύ φρέσκα. Στον ουρανίσκο σε χαϊδεύει αρχικά το μαλακό Merlot, πριν αναλάβει το Syrah και σφραγίσει το κρασί σε μεγάλο βαθμό. 91+ βαθμοί – είμαι αρκετά ενθουσιασμένος με αυτή τη χρονιά και είμαι σίγουρος ότι σε πέντε χρόνια θα είναι εξαιρετικά ώριμο κρασί στους 93 βαθμούς. Αυτό που μου δίνει επίσης αισιοδοξία είναι το γεγονός ότι δοκίμασα τον τρύγο 2008 (τότε ακόμη χαρμάνι αποκλειστικά από Merlot και Syrah) με 15 χρόνια στην πλάτη της, και παρουσιαζόταν ακόμη ξεκάθαρα στους 90 βαθμούς – για ένα τέτοιο κρασί εισαγωγικής κατηγορίας, κάτι ήδη εντυπωσιακό.

Αφού για χάρη της άμεσης σύγκρισης κάναμε ένα σύντομο άλμα από το 2021 στο 2017 και έπειτα επιστρέψαμε στο 2019, φτάνουμε τώρα κανονικά, με φθίνουσα σειρά, στον τρύγο 2017 – και αλλάζουμε ταυτόχρονα σκηνικό. Από τη θαλασσινή Επανομή περνάμε στη χερσόνησο του Άθω. Η ιστορία των κρασιών του Τσάνταλη από εκεί είναι πολύ ωραία για να μην την αφηγηθούμε εν συντομία: το 1969 ο Ευάγγελος Τσάνταλης ανακάλυψε μέσα σε μια καταιγίδα τους εγκαταλελειμμένους αμπελώνες δίπλα στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Μαζί με τους μοναχούς ξεκίνησε το 1973 την αναβίωσή τους, και από το 1981 τα κρασιά κυκλοφορούν στην αγορά ως «Regional Wines of Mount Athos». Τα περίπου 80 εκτάρια αμπελώνων σε υψόμετρο 220–250 μ. καλλιεργούνται κατά κύριο λόγο βιολογικά. Από αυτόν τον τόπο είχαμε εκείνο το βράδυ τρία κρασιά στο ποτήρι – όλα χαρμάνια από Λημνιό και Cabernet Sauvignon, αλλά με διαφορετική στάθμιση, διαφορετική ωρίμανση και πολύ διαφορετική ηλικία.
Το Μετόχι Χρωμίτσα 2017 (ΠΓΕ Άγιον Όρος, 14% vol) βασίζεται περισσότερο στον διεθνή εταίρο, με 65% Cabernet και 35% Λημνιό, με μεγαλύτερη παραμονή στα στέμφυλα και περισσότερο χρόνο σε βαρέλι. Στη μύτη εμφανώς πιο σταβλίσιο σε σχέση με τα προηγούμενα κρασιά, με έντονες νότες δέρματος. Στον ουρανίσκο, οι τανίνες είναι ακόμη πολύ τραχιές. Στην επίγευση, μια νότα μαύρου τσαγιού. Δεν είναι κακό κρασί, αλλά κάπως υπερδουλεμένο. Κρασί που σε μερικά χρόνια σίγουρα θα παίζει σε υψηλό επίπεδο, αλλά που προς το παρόν δεν καταφέρνει να ενθουσιάσει. 87+ βαθμοί.

Ο μικρός αδελφός, το Αγαθών 2017 (ΠΓΕ Άγιον Όρος, 13% vol), μοιράζει τις ποικιλίες 50/50 και ωριμάζει περίπου 8 μήνες σε γαλλικά βαρέλια (barrique) – 2 έως 3 μήνες λιγότερο από το Μετόχι. Έντονο κεράσι στη μύτη, με μια υπόνοια τσαγιού του βουνού. Στον ουρανίσκο, ο βοτανώδης χαρακτήρας είναι πράγματι αρκετά έντονος, κάτι που ξεχωρίζει σε σύγκριση με τα προηγούμενα κρασιά. Στην επίγευση, ωστόσο, μάλλον χωρίς εντυπωσιακά στοιχεία. Θετικό είναι ότι σίγουρα δεν πρόκειται για κλασικό Cabernet – το Λημνιό αναδεικνύεται εδώ. 87 βαθμοί.

Και πάλι ένα άλμα που ανακατεύει τη χρονολογική σειρά – αυτή τη φορά μεγαλύτερο, κατευθείαν στο 2006, από το οποίο είχα ακόμη στο κελάρι μου ένα Αγαθών 2006 (14,5% vol, επίσης 50/50 Λημνιό και Cabernet Sauvignon). Αισθητά πιο ώριμο στη μύτη, αλλά με ελάχιστο μανιταρώδη χαρακτήρα· αντ' αυτού, άφθονα βότανα. Πολύ τσάι και στον ουρανίσκο. Εκπληκτική οξύτητα για 14,5% αλκοόλ – όντως υπερβολικά έντονη για να μπορεί κανείς να διακρίνει λεπτά τριτογενή αρώματα. Μόλις 85 βαθμοί, αλλά και κανένας λόγος να υποθέσει κανείς ότι αυτό το κρασί θα καταρρεύσει μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Επίσης από τον Άθω, αλλά από εντελώς διαφορετικά χέρια, προέρχονται τα κρασιά του Μετοχίου Μυλοποτάμου – του μικρού βιολογικού οινοποιείου του Ιερού Κελλίου του Αγίου Ευσταθίου, εξαρτήματος της Μεγίστης Λαύρας, της αρχαιότερης μονής του Αγίου Όρους. Η αμπελοοινική παράδοση εδώ ανάγεται σε εποχή πριν από το 973 μ.Χ. Μετά από μακρά περίοδο παρακμής, ο μοναχός Επιφάνιος προώθησε από το 1990 και έπειτα την αναβίωση των αμπελώνων· σήμερα η αμπελουργική έκταση καλύπτει περίπου 5 εκτάρια, βιολογικής καλλιέργειας. Το Μετόχι Μυλοποτάμου Red 2017 (ΠΓΕ Άγιον Όρος, 14% vol) είναι χαρμάνι από Λημνιό, Merlot και Cabernet Sauvignon. Στη μύτη, πραγματικά σαγηνευτικό γλυκό άρωμα λουλουδιών και γλυκών κόκκινων φρούτων. Στον ουρανίσκο, ευχάριστα καλή οξύτητα που προσδίδει ισορροπία σε αυτή την εντύπωση και εξασφαλίζει επαρκή φρεσκάδα. Η επίγευση, ωστόσο, είναι αρκετά σύντομη και απογοητευτική. 88 βαθμοί.

Από την ίδια μονή, αλλά άλλης κατηγορίας: το Μυλοπόταμος Επιφάνης 2016 (ΠΓΕ Άγιον Όρος, 14,8% vol) – η κορυφαία ετικέτα της μονής και, σύμφωνα με τις καλύτερες πηγές ανά τρύγο, μάλλον 100% Λημνιό. Απολύτως συναρπαστική μύτη δαμάσκηνου με κάποιες γήινες νότες στο βάθος. Στον ουρανίσκο, εξαιρετική οξύτητα που μεταφέρει το κρασί πολύ μακριά. Πολύ λεπτή αλλά παρούσα τανίνη που απλώνεται σε ολόκληρο το στόμα. Επιπλέον, καλή αλμύρα. Μακρά, βοτανώδης επίγευση. Εξαιρετική εισαγωγή στα δυνατά σημεία της ποικιλίας. 93 βαθμοί.

Τώρα κάνουμε πάλι άλμα. Ακόμη πιο μακριά, και αυτή τη φορά μόνιμα. Στην περασμένη χιλιετία – σε έναν από τους σημαντικότερους ερυθρούς οίνους της νεότερης ελληνικής οινικής ιστορίας, στο Château Carras, το οποίο ωστόσο στις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες του με έχει απογοητεύσει αρκετές φορές. (Την τελευταία φορά είχα στο ποτήρι μου το Château Carras 2012 τον Νοέμβριο του 2024, σε ένα εστιατόριο στο Σαν Ντιέγκο. Παρουσίασε ισχυρό τανινικό σκελετό με ανεπαρκή αρωματικότητα. Ομολογουμένως, ρόλο θα έπαιξε και το μάλλον κακό ελληνικό φαγητό στο Meze Greek Fusion, καθώς και η υπεροπτική παρουσίαση εκ μέρους του σομελιέ. Αν προσθέσει κανείς γι' αυτόν τον λόγο έναν επιπλέον βαθμό, φτάνω στους 91 βαθμούς. Πολύ λίγοι για ένα τέτοιο κρασί. Θα προμηθευτώ όμως σύντομα μια ακόμη φιάλη και θα γράψω εδώ τις εντυπώσεις μου.)

Το Κτήμα Πόρτο Καρράς στον Νέο Μαρμαρά της Σιθωνίας υπήρξε ένα από τα πιο φιλόδοξα οινικά εγχειρήματα της σύγχρονης Ελλάδας. Ο εφοπλιστής Γιάννης Καρράς δημιούργησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 στις πλαγιές του Μελίτωνα αμπελώνα που σήμερα καλύπτει περίπου 475 εκτάρια και θεωρείται ο μεγαλύτερος βιολογικός αμπελώνας της Ελλάδας. Το ύφος το διαμόρφωσε ούτε λίγο ούτε πολύ ο Émile Peynaud, ο οποίος πέρα από την οινοποίηση συνδιαμόρφωσε και την επιλογή των ποικιλιών και σφράγισε καθοριστικά την πρώιμη εδραίωση διεθνών ποικιλιών όπως το Cabernet Sauvignon, το Cabernet Franc και το Merlot στην Ελλάδα – το Πόρτο Καρράς ήταν από τα πρώτα κτήματα όπου καλλιεργήθηκαν αυτές οι ποικιλίες. Από το 1976 ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου εργαζόταν ως οινολόγος στο Κτήμα Πόρτο Καρράς – ναι, ο ίδιος Γεροβασιλείου του οποίου το Άβατον και το βασικό ερυθρό μόλις δοκιμάσαμε. Έμεινε στο Πόρτο Καρράς μέχρι τις αρχές του 1999, προτού αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο δικό του κτήμα στην Επανομή.
Το 1982 αναγνωρίστηκε η ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα – η πρώτη ελληνική ονομασία προέλευσης που επέτρεπε διεθνείς ποικιλίες μέσα στο χαρμάνι. Η προδιαγραφή για τον ερυθρό οίνο ΠΟΠ ορίζει: 70% Λημνιό, 30% Cabernet Sauvignon και Cabernet Franc. Η φόρμουλα αυτή κωδικοποίησε κατά πάσα πιθανότητα το ύφος του κτήματος που εφαρμοζόταν στο Πόρτο Καρράς ήδη από τη δεκαετία του 1970. Στην πράξη όμως η ιστορία είναι κάπως πιο περίπλοκη. Με την ετικέτα Château Carras, ήδη ο τρύγος του 1981 περιείχε, πλάι στο Cabernet Sauvignon και στο Cabernet Franc, και Λημνιό και Merlot – δηλαδή χαρμάνι τεσσάρων ποικιλιών, που διαφέρει από τη φόρμουλα της ΠΟΠ. Για τον τρύγο του 1984 λείπουν αντίστοιχα αξιόπιστα τεκμήρια για τη συγκεκριμένη χρονιά ως προς την ακριβή σύνθεση. Αντίθετα, η παράλληλη ετικέτα γοήτρου Πορφυρογέννητος ακολουθούσε αποδεδειγμένα ήδη από το 1975 το τριπλό χαρμάνι από Λημνιό, Cabernet Sauvignon και Cabernet Franc – το πλαίσιο 70/30 είναι πολύ πιθανό για το 1975, δεν τεκμηριώνεται όμως άμεσα με ποσοστά.
Το Château Carras 1997 (Côtes de Meliton / ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα, 13% vol) τοποθετείται χρονικά ξεκάθαρα στη φάση κατά την οποία η φόρμουλα της ΠΟΠ είχε ήδη εδραιωθεί. Ο Γκέγκας αναφέρει στα μεταδεδομένα του Cabernet Sauvignon και Λημνιό· η ακριβής σύνθεση δεν μπορεί να προσδιοριστεί οριστικά χωρίς την ετικέτα ή το δελτίο δεδομένων. Οι προσδοκίες για αυτό το κρασί ήταν αρκετά υψηλές, καθώς ο Έλληνας κριτικός Παύλος Γκέγκας έγραψε το 2016 σε σχεδόν υμνητικό τόνο για αυτή τη χρονιά: sous bois, καπνιστό μπέικον, αλμύρα, κόκκινα κεράσια και βατόμουρα, δαμάσκηνο, ξηρή πίσσα – μαζί με άψογες τανίνες, εξαιρετική οξύτητα και βαθιά, γραμμική επίγευση. 93+ βαθμοί. Στη μύτη, ώριμες νότες υποδάσους, αλλά και αρώματα που θυμίζουν μπέικον. Σε καμία περίπτωση κρασί που θα χρονολογούσε κανείς στη δεκαετία του 1990 με βάση το χρώμα του – ακόμα εκπληκτικά φρέσκο. Στον ουρανίσκο, δαμάσκηνο, βατόμουρα, εξαιρετική φρεσκάδα. Έχουμε να κάνουμε εδώ με μόλις 13% αλκοόλ, και αυτό ωφελεί πολύ το κρασί, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα κρασιά της δοκιμής. Η οξύτητα είναι επίσης ακριβώς εκεί που πρέπει. Επιπλέον, όμως, υπάρχει και μια αλμύρα που δεν λέει να τελειώσει. Πρωτόγνωρη για ελληνικό κρασί που έχω δοκιμάσει μέχρι σήμερα. 94 βαθμοί.

Και άλλα δεκατρία χρόνια ακόμη πιο πίσω. Το Château Carras 1984 (Côtes de Meliton / ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα, 12,5% vol) προέρχεται από την πολύ πρώιμη περίοδο της ΠΟΠ, ακόμα υπό τον Γεροβασιλείου ως οινολόγο, μόλις δύο χρόνια μετά την αναγνώριση της ονομασίας. Αν ίσχυε ήδη εδώ η φόρμουλα 70/30 με Λημνιό ή κάποια άλλη αναλογία – ενδεχομένως με Merlot, όπως στον τρύγο του 1981 –, δεν μπορεί να διευκρινιστεί με σαφήνεια από τις δημόσιες πηγές. Πώς συγκρίνεται με το 1997; Στην αρχή πολύ ελαφριά μούχλα, αλλά εξαφανίζεται γρήγορα. Στη συνέχεια μύτη με έντονο ιώδιο. Τσάπουρνο, ιπποφαές. Στον ουρανίσκο, και πάλι αυτή η υπέροχη αλμύρα – αλλά εδώ πραγματικά στηριγμένη σε ακόμη πιο εκπληκτικό φρούτο. Κόκκινα μούρα, παντζάρι, κάτι το αιμάτινο. Μακρά επίγευση. Καλή οξύτητα. Πραγματικά αναζωογονητικό κρασί που δεν πρέπει να πίνεται πολύ ζεστό, με μόλις 12,5% αλκοόλ. Και συναρπαστική τανίνη: όχι πραγματικά λειασμένη, ακόμα υπερβολικά τσουχτερή, δυνατή – αλλά κάνει χώρο στην αρωματικότητα. Συναρπαστικό κρασί. 95 βαθμοί.

Αυτό ακούγεται σαν πραγματική κορύφωση – καλύτερα δεν γίνεται πια, έτσι δεν είναι; Ε, λοιπόν, ένα κρασί θα είχα ακόμη στο κελάρι μου που θα ταίριαζε ιδανικά εδώ ως θριαμβευτικό φινάλε: το Πορφυρογέννητος 1975 του Κτήματος Πόρτο Καρράς, το κατεξοχήν εμβληματικό κρασί της ελληνικής αμπελοοινικής ιστορίας. Χαρμάνι από Λημνιό, Cabernet Sauvignon και Cabernet Franc – το πλαίσιο 70/30 της ΠΟΠ μάλλον ισχύει και εδώ, δεν τεκμηριώνεται όμως άμεσα με ποσοστά για τον τρύγο του 1975. Σε αντίθεση με το Château Carras, στον Πορφυρογέννητο το Merlot δεν τεκμηριώνεται για κανέναν καταγεγραμμένο τρύγο. Ο Πορφυρογέννητος δεν ήταν ποτέ κρασί κάθε χρονιάς, αλλά επιλεκτική ετικέτα γοήτρου: γνωστοί τρύγοι είναι οι 1975, 1977, 1993 και 2001. Το κρασί ωρίμασε 24 μήνες σε γαλλική δρυ και έπειτα περίπου 15 χρόνια εμφιαλωμένο στο κελάρι, προτού καν βγει στην αγορά – ο τρύγος του 1975 κυκλοφόρησε μόλις το 1990. Σε κάθετη δοκιμή το 2014 ο Γιάννης Καρακάσης MW περιέγραψε το 1975 ως «πραγματικά συγκλονιστικό», με αρώματα χώματος, τρούφας και μανιταριών, αλλά συγχρόνως ακόμη με φρεσκάδα, φρούτο και υψηλή πολυπλοκότητα. Η Jancis Robinson το δοκίμασε ξεχωριστά τον Δεκέμβριο του 2015. Η αλήθεια είναι πως ήθελα να το ανοίξω στα 50ά του γενέθλια. Τελικά όμως δεν τόλμησα. Ίσως φέτος;




Σχόλια